Αθηνά Μαξίμου: «Ήμουν πολύ τυχερή που δεν μου ήρθαν εύκολα τα πράγματα»

Για την Αθηνά Μαξίμου δεν χρειάζονται ιδιαίτερες συστάσεις καθώς η πορεία της και οι επαγγελματικές επιλογές της δείχνουν τόσο το πάθος για τη δουλειά της όσο και πολλά στοιχεία για την ίδια… Η ηθοποιός πρωταγωνιστεί φέτος στην παράσταση που περιοδεύει ανά την Ελλάδα «Όνειρο καλοκαιρινής νύχτας», μίλησε αποκλειστικά στο Τheaternow.gr για τις δυσκολίες που έχει αντιμετωπίσει, για το εάν κάνει όνειρα αλλά και για τα συναισθήματα της κάθε φορά που βρίσκεται πάνω στη σκηνή…

Από μικρή ηλικία, είχα την τύχη να με πηγαίνουν οι γονείς μου σε παραστάσεις στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος και σε διάφορα σχήματα που ανέβαιναν τότε στη Θεσσαλονίκη. Καθώς παρακολουθούσα τις παραστάσεις, αισθανόμουν πως αυτό που συνέβαινε στη σκηνή ήταν κάτι πολύ μεγαλειώδες και πολύ πραγματικό. Θυμάμαι χαρακτηριστικά πως το Κρατικό Θέατρο είχε αυτή τη βελούδινη αυλαία, την οποία ευτυχώς έχουν ακόμα πολλά θέατρα, που άνοιγε και έκλεινε και δημιουργούσε ένα ελαφρύ αεράκι στην πλατεία, που μου έφερνε μια σκόνη και μια μυρωδιά ξύλου. Η μυρωδιά αυτή με έκανε να αισθανθώ την έννοια του θεάτρου.

Μόλις τελείωσα πια το λύκειο, έδωσα κατευθείαν εξετάσεις στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, πέρασα και φοίτησα εκεί για τα επόμενα τρία χρόνια. Ήμουν αποφασισμένη για την επιλογή μου. Ήταν κάτι που ήθελα να το δοκιμάσω. Βέβαια, ένα παιδί 18 ετών δεν καταλαβαίνει πολλά και δεν ξέρει τι σημαίνει η περιοχή που ονομάζεται «υποκριτική», «θέατρο», «τέχνη». Απλά νομίζω πως επειδή ήμουν ένα πολύ ντροπαλό παιδί, αισθανόμουν ότι το θέατρο ήταν ένας δρόμος για να μπορώ να βρω τον τρόπο να μιλήσει το μέσα μου προς τα έξω. Όταν εξέφρασα στους γονείς μου την επιθυμία μου να ασχοληθώ με το θέατρο, δεν είχαν αρνητική στάση. Ο πατέρας μου ήταν ζωγράφος, η μητέρα μου διακοσμήτρια, οπότε δεν είχαμε τέτοια ταμπού στην οικογένεια. Ίσα-ίσα, μου είπαν να ακολουθήσω αυτό που επιθυμώ και αυτό που ενδεχομένως θα με κάνει ευτυχισμένη στη ζωή μου.

Ένας άνθρωπος που μπαίνει τόσο νέος σε μια σχολή δεν έχει σχηματίσει εικόνα για τα πράγματα. Αν και θεωρεί ότι τα ξέρει όλα, στην ουσία δεν ξέρει τίποτα. Αυτό είναι το ίδιον της αλαζονείας της νεότητας, που νομίζεις ότι ξέρεις τα πάντα, είσαι απόλυτος και σίγουρος. Οι σχολές είναι μία πρώτη μυρωδιά με τα πράγματα που θα σε απασχολήσουν τα επόμενα χρόνια. Έρχεσαι αντιμέτωπος με τις πρώτες συγκρούσεις, με την πραγματικότητα της ζωής, με την πρώτη μυρωδιά αυτού του πράγματος που θα κάνεις στο μέλλον, οπότε αυτό θυμάμαι κυρίαρχα. Τώρα, αναπολώντας τα χρόνια εκείνα, θυμάμαι πολλά και πολλές χαρούμενες στιγμές. Ακόμα και τις θλιβερές στιγμές της σχολής, τις δυσκολίες, τα ζόρια, και όλα αυτά τα φέρνω στο μυαλό μου με πολύ μεγάλη νοσταλγία και χαμογελάω όταν τα σκέφτομαι.

Στο σχολείο, όταν κάναμε γιορτές για την 28η Οκτωβρίου και την 25η Μαρτίου, όλοι διάλεγαν εμένα για να διαβάσω τα κείμενα. Αυτό που θυμάμαι από τότε, όταν ανέβαινα στη σκηνή, είναι πολύ κοινό με αυτό που συμβαίνει τώρα. Τότε, χωρίς να το ξέρω, χωρίς να το καταλαβαίνω, ενώ τώρα πια μπορώ να το διατυπώσω. Όταν ανέβαινα να πω ένα ποίημα στη γιορτή του Πολυτεχνείου, ήταν από κάτω οι καθηγητές μου, οι συμμαθητές μου και θυμάμαι ότι είχα την ανάγκη να τους κοιτάξω στα μάτια και να το πω. Την ίδια αίσθηση έχω και τώρα. Εννοώ ότι πάνω στη σκηνή λέω κάτι που αφορά όλους, όχι μόνο εμένα. Διηγούμαι, δηλαδή, μια ιστορία για να επικεντρωθούμε όλοι μαζί σε κάτι που μας αφορά σήμερα, το 2019 στη συγκεκριμένη περίπτωση, ή τότε, το 1990. Είναι πολύ κοινό αυτό που αισθανόμουν τότε με αυτό που αισθάνομαι τώρα.

Στην αρχή της πορείας μου, ήμουν τυχερή γιατί τότε στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος ήταν διευθυντής ο Βασίλης Παπαβασιλείου. Υπήρχε ένας «άγραφος» νόμος κατά τον οποίο οι τελειόφοιτοι της δραματικής του Κρατικού αφομοιώνονται από το θέατρο ως τα νέα του φιντάνια. Εκείνη τη χρονιά, ήμουν δεύτερη και άνετα από αυτόν τον «άγραφο» νόμο θα έμπαινα στο θέατρο. Εκείνη τη χρονιά, λοιπόν, γινόταν μια ακρόαση για νέους ηθοποιούς, ανάμεσα στους οποίους ήταν και όλοι όσοι τελειώσαμε τη συγκεκριμένη σχολή. Εκεί γνώρισα τον Βασίλη και μπήκα στο θέατρο, όχι επειδή ήμουν τελειόφοιτη, αλλά επειδή με επέλεξε εκείνος και οι τότε συνεργάτες του. Οπότε βρήκα αμέσως δουλειά και συναντήθηκα με τον Βασίλη και τον Ματίας Λάνχοφ, έναν πολύ σπουδαίο Γερμανό σκηνοθέτη, ο οποίος δουλεύει στη Γαλλία, και κάναμε το 1997 τις «Βάκχες». Ήμουν πάρα πολύ τυχερή γιατί πολύ νωρίς και πολύ νέα είχα εμπειρίες, που φώτισαν το πώς θέλω να δουλεύω. Έπειτα έφυγα από το Κρατικό, γιατί έτσι κι αλλιώς ήθελα να κατέβω στην Αθήνα, και μου δόθηκε ακόμη μία μεγάλη ευκαιρία, καθώς με επέλεξε ο Νίκος Παναγιωτόπουλος για την ταινία «Αυτή η νύχτα μένει». Κατέβηκα στην Αθήνα, με ένα πολύ καλό διαβατήριο, κάνοντας αυτή την ταινία, και έτσι ξεκίνησε η ζωή μου και η επαγγελματική μου σταδιοδρομία εδώ.

Ήταν δύσκολα μετά την ταινία, γιατί ήμουν ένα παιδί που δεν το ήξεραν στη θεατρική αγορά της Αθήνας και κάνοντας την ταινία ήταν λίγο σαν η καλλιτεχνική αγορά να περίμενε να δει ποιο θα ήταν το επόμενο βήμα μου. Και μετά το βραβείο Α΄Γυναικείου Ρόλου στα Κρατικά Βραβεία Ποιότητας του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, έμεινα αρκετό καιρό χωρίς δουλειά. Αν δεν ήταν ο Βασίλης, που επειδή με ήξερε με ξαναπήρε στη δουλειά του, δεν θα είχα δουλειά. Γενικά, πάντα είναι δύσκολα τα πράγματα. Δεν είναι ρόδινος ο δρόμος ενός παιδιού που ξεκινάει και μπαίνει σε αυτή τη θεατρική αγορά. Χρειάζεται πίστη, υπομονή, θάρρος, ευγενές θράσος. Απογοητεύτηκα πολλές φορές έκτοτε. Μέχρι να βρει κανείς γιατί κάνει αυτή τη δουλειά, πώς θέλει να την κάνει, ποιοι είναι οι συγγενείς του μέσα σε αυτή την οικογένεια, φυσικά και απογοητεύεται, και πληγώνεται, και στεναχωριέται, και αισθάνεται ότι αδικείται, και ότι δεν αναγνωρίζεται. Όμως, νομίζω ότι όλα αυτά είναι φάσεις που περνούν όλοι οι άνθρωποι που επιλέγουν να κάνουν αυτή τη δουλειά και ίσως γενικότερα όποια δουλειά επιλέξουν να κάνουν. Έτσι είναι η ζωή και οφείλω να ομολογήσω, ανατρέχοντας και κοιτάζοντας το παρελθόν μου, ότι μπορώ να αρθρώσω, συνειδητά πια, ότι ήμουν πολύ τυχερή που συνάντησα στην πορεία μου αυτές τις δυσκολίες, που τις γνώρισα και ήρθα σε επαφή μαζί τους γιατί αυτές όρισαν τι ακριβώς θέλω να κάνω σε αυτή τη δουλειά. Μου «έδειξαν» ποιοι είναι οι συγγενείς μου, με ποιους αισθάνομαι κοντά, πού έκανα το μέσα μου να μην καβαλήσει το καλάμι, να μην κάτσει στις δάφνες ενός βραβείου, να μη βαρεθεί. Κατάλαβα πως όλα αυτά κάνουν ένα νεαρό παιδί, που δεν είναι ακόμα σε ωριμότητα να το αφουγκραστεί και να το επεξεργαστεί, να θεωρεί ότι ο κόσμος τού χρωστάει, ότι ο κόσμος τού ανήκει και όλα είναι δικά του και άρα είναι ο καλύτερος καλλιτέχνης, ο καλύτερος ηθοποιός που τον ζητάνε όλοι. Δεν είναι εύκολα διαχειρίσιμα όλα αυτά όταν είσαι νέος και όταν τα πράγματα γίνονται απλόχερα από συναδέλφους από αυτόν τον χώρο. Οι νέοι άνθρωποι εύκολα αλλιώνουν τα πράγματα μέσα τους. Εύκολα γεμίζουν έπαρση, εύκολα γίνονται αλλαζονικοί, εύκολα σνομπάρουν τα πράγματα και τους ανθρώπους. Οπότε θεωρώ πως εγώ ήμουν πολύ τυχερή που δεν μου ήρθαν εύκολα τα πράγματα, που δεν μου έστρωσαν κόκκινα χαλιά για να περάσω από πάνω και να πω κοιτάξτε πόσο σπουδαία είμαι.

Όλες αυτές τις δυσκολίες τις ξεπέρασα με υπομονή και πίστη. Πίστη σε αυτό που αισθανόμουν ότι είναι σωστό, πίστη στη δική μου ηθική τάξη πραγμάτων, γιατί ο καθένας έχει τη δική του προσωπική ηθική στα πράγματα. Αυτό που με ιντριγκάρει στο θέατρο είναι να θέτουμε από κοινού ερωτήματα, οι θεατές και οι ηθοποιοί. Η τέχνη δεν είναι αποκομμένη από τη ζωή, ούτε η ζωή αποκομμένη από την τέχνη. Αυτό που πραγματικά με ιντριγκάρει και που με κάνει να μπορώ να ανασαίνω ελεύθερα, κάνοντας αυτή τη δουλειά και να μου δίνει τροφή, είναι ότι από κοινού μπορούμε να μιλήσουμε για πράγματα που μας αφορούν. Εμείς από τη σκηνή, να μοιραζόμαστε πράγματα που μας κάνουν εντύπωση, που μας πληγώνουν στην κοινωνία μας, στην πολιτεία μας, πράγματα υπαρξιακά, που εμείς οι άνθρωποι εκατομμύρια χρόνια δεν έχουμε λύσει. Θέτουμε ερωτήματα που μπορεί να μας μετακινήσουν, να μας κάνουν καλύτερους ανθρώπους. Αυτό είναι που με ιντριγκάρει σε αυτή τη δουλειά.

 

«Όνειρο καλοκαιρινής νύχτας»
Είναι ένα πάρα πολύ δύσκολο έργο, γιατί ενώ φαίνεται ένα παραμύθι απλοϊκό, που έχουμε ξωτικά, φίλτρα μαγικά και εραστές που μπερδεύονται μέσα στο δάσος, είναι ένα πολύ άγριο έργο, γιατί με έναν τρόπο όλοι μιλούν για τον έρωτα, αλλά ο καθένας έχει μια διαφορετική σκέψη και αίσθηση για το τι σημαίνει έρωτας. Βλέπουμε πως ο έρωτας, για τα νεαρά παιδιά αυτού του έργου, είναι κάτι άγριο, ενστικτώδες και έχει μια σωματική ορμή. Είναι ένα πολύ δύσκολο έργο και επειδή έχει τέσσερις διαφορετικές ιστορίες, οι οποίες ενώνονται κάπως μεταξύ τους και που η καθεμία έχει τη δική της πλοκή, είναι πολύ δύσκολο να μπει κανείς στη διαδικασία να εισχωρήσει πιο βαθιά, να βρει σε τι μας αφορά το έργο το 2019, στην Ελλάδα τού σήμερα.

Συμβαίνει κάτι πολύ ενδιαφέρον σε αυτό το δάσος. Το έργο λέει ότι «με ένα μαγικό φίλτρο που στάζουν τα ξωτικά αλλάζουν τα πράγματα». Αναρωτιέμαι τι σημαίνει αυτό το φίλτρο, στην πραγματικότητα των ανθρώπων το 2019. Τι μπορεί να είναι αυτό το φίλτρο; Να είναι το Μessenger στο Facebook, που κάποιος σου γράφει κάτι και τον βλέπεις κάπως, ενώ τελικά είναι εντελώς διαφορετικός; Και ξαφνικά ερωτεύεσαι κάτι το οποίο δεν υφίσταται καν! Νομίζω ότι υπάρχουν χιλιάδες τέτοια φίλτρα το 2019 και με τον τρόπο που προσεγγίζουν οι άνθρωποι ο ένας τον άλλον, αυτόν τον καταιγισμό του Ιnstagram, του Facebook, του Twitter… Όλοι, λοιπόν, μέσα σε αυτό το δάσος εύκολα ερωτεύονται και εύκολα παύουν να είναι ερωτευμένοι. Εκεί, δηλαδή, που οι άνθρωποι δηλώνουν ότι θα δώσουν και την ίδια τους τη ζωή για τον άλλον, ξαφνικά βρίζουν τον άλλον άνθρωπο με τον πιο χυδαίο και σοκαριστικό τρόπο. Με τέτοια ευκολία, επειδή έχει πέσει ένα φίλτρο. Αυτό είναι πάρα πολύ σκληρό. Για παράδειγμα, το συναντάμε αυτό στο κορίτσι που κλέβεται με το αγόρι γιατί είναι ερωτευμένοι. Το ίδιο βράδυ το αγόρι τη βρίζει με τον χειρότερο τρόπο και με τη μεγαλύτερη ευκολία και αυτό το κορίτσι ξαφνικά βλέπει αυτόν που του ορκιζόταν τα πάντα να το βρίζει με αυτόν τον χυδαίο και ανήκουστο τρόπο και μετά ξυπνάνε και αναρωτιούνται αν ήταν όνειρο, τι ήταν αυτό που έζησαν… Δεν είναι τίποτα ίδιο.

Κάνω όνειρα. Προσπαθώ, όμως, να μην κάνω όνειρα με στόχους μεγαλόπνοους και βαρυσήμαντους. Αυτή την περίοδο, ονειρεύομαι όλο το ταξίδι της περιοδείας μας. Το ότι θα πάμε σε αυτές τις πόλεις και που οι άνθρωποι, με μια πολύ μεγάλη γλυκύτητα, έρχονται και χαίρονται που τους επισκεπτόμαστε και παίζουμε στην πόλη τους. Ονειρεύομαι τον Οκτώβριο, που θα ξεκινήσουμε πρόβες για τις «Τρεις αδερφές» με τον Δημήτρη Καραντζά και την Καρυοφυλλιά Καραμπέτη… Βασικά, προσμονώ περισσότερο, παρά ονειρεύομαι.

Όλα τα πράγματα έχουν δύο πλευρές και πριν αποφασίσεις για το καθετί, ακόμα και γι’ αυτό που έχει συμβεί, να κοιτάξεις και τις δύο πλευρές κατάματα, γιατί τότε έρχεται η ησυχία. Αν το κάνεις αυτό, σταματούν ο θόρυβος, η αγωνία, το άγχος, το να αποδείξεις κάτι, το να σε αποδεχτούν, το να ζητιανεύεις αγάπη… Σταματάει αυτή η φασαρία που σε αποπροσανατολίζει και σε κάνει να χάνεις τον στόχο σου. Το σημαντικό για εσένα και το μόνο που κάνεις είναι να κοιτάς όλα τα γύρω-γύρω που δεν έχουν και τόση σημασία τελικά!

Διαβάστε την υπόθεση της παράστασης εδώ.