Γιώργος Κωνσταντίνου: «Ακόμη και στη δυστυχία, το θέατρο επιβίωνε και θα επιβιώνει για πάντα»

Και ποιος δεν θυμάται την σκηνή από την ταινία «Χτυποκάρδια στο θρανίο» με τον Γιώργο Κωνσταντίνου, υποδυόμενο έναν φοιτητή, να προσπαθεί να παραγγείλει ένα προφιτερόλ! Μία ατάκα που τον συνοδεύει ακόμη περίπου 55 χρόνια μετά. Ο Αντωνάκης όμως από την ταινία «Η δε γυνή να φοβήται τον άνδρα» μας εκμυστηρεύεται πως, η μεγάλη του αγάπη είναι το θέατρο, καθώς εκεί όπως χαρακτηριστικά τονίζει είναι τα θεμέλιά του και είναι για εκείνον τρόπος ζωής. Μία αγάπη, που ξεκίνησε από όταν μπήκε να σπουδάσει στη σχολή του Καρόλου Κουν.

«Το θέατρο είναι τρόπος ζωής. Έτσι τουλάχιστον εμπνεύστηκα και αφοσιώθηκα από τότε που μπήκα στο θέατρο Τέχνης στη σχολή του Καρόλου Κουν. Μέχρι τότε δεν είχα υπόψιν μου να γίνω ηθοποιός, παρόλο που οι γονείς μου ήταν καλλιτέχνες ηθοποιοί και οι δύο. Όταν ήμουν νέος άλλα πράγματα σκεφτόμουν όπως σκέφτεται κανείς σε μία εποχή όπου τα παιδιά δεν ήταν προσανατολισμένα. Δεν έβλεπαν κάποιο μέλλον γιατί μιλάμε για το 50’. Μιλάμε για μία εποχή, που τα παιδιά είχαν τον εφιάλτη του πολέμου και μια κοινωνία που δεν ήξερε προς τα πού πάει. Ψαχνόμασταν. Δεν ξέραμε τι να γίνουμε. Εγώ ήθελα να γίνω οδοντοτεχνίτης, αεροπόρος εδάφους αλλά τίποτα από όλα αυτά δεν έγινα. Κάποια στιγμή βλέποντας η μητέρα μου ότι δεν προσανατολίζομαι σε κάποιο επάγγελμα με ρώτησε αν θέλω να γίνω ηθοποιός και είπα «ναι» χωρίς να το έχω στο μυαλό μου. Παρόλο που είχα παίξει σε ερασιτεχνικές παραστάσεις αλλά και με την μητέρα μου και τον πατέρα μου, δεν μου είχε κάνει ιδιαίτερη εντύπωση. Έδωσα εξετάσεις στο Εθνικό Θέατρο και με απέρριψαν. Αργότερα ο Κάρολος Κουν με πήρε στο δυναμικό του και με έβαλε στη σχολή. Αλλά εκεί συνέβη κάτι μαγικό. Άρχισε το θέατρο να μπαίνει στο αίμα μας. Σε όλους τους μαθητές. Μαζί μου ήταν τότε ο Κώστας Καζάκος, η Μάρθα Βούρτση. Εκεί μορφώθηκα και εκεί διάβασα. Γιατί τότε η κοινωνία ήταν ασταθής και εκεί μορφωθήκαμε, γίναμε ηθοποιοί, αγαπήσαμε το επάγγελμα και μας έγινε απαραίτητο. Η μαγεία του θεάτρου και ειδικά του Θεάτρου Τέχνης και αυτή που εξέπεμπε ο Κάρολος Κουν, ήταν εκείνο το οποίο μας έκανε να θεωρούμε σαν λειτούργημα το θέατρο. Ήταν κάτι μαγικό και αυτό το μαγικό μας συνεπήρε και μας έκανε να αγαπήσουμε το θέατρο και να γίνει τρόπος ζωής. Την τηλεόραση την αγάπησα πολύ και έκανα αρκετά σίριαλ. Ήταν ένα απωθημένο που είχα από μικρός και έκανα ωραίες δουλειές. Αλλά πάντα έλεγα πως η σύζυγός μου ήταν το θέατρο και η ερωμένη μου η τηλεόραση. Ήταν το καθιερωμένο. Με αυτό ζούσα. Όπως και τώρα ζω. Εκεί είναι οι ρίζες μου και τα θεμέλιά μου. Πιο μαγικό είναι η άμεση επαφή με τον κόσμο από το να το βλέπεις στο γυαλί. Το θέατρο δεν θα φύγει ποτέ. Το αγάπησα πολύ όπως αγάπησα τη συγγραφή. Μου άρεσε να γράφω και έγραψα και έργα, ταινίες και σίριαλ. Είχα μία ανάγκη να γράψω από παιδί ακόμη. Θυμάμαι και πως όσο ήμουν στο Θέατρο Τέχνης είχα μία τάση να γράφω και έγραφα καλά. Θυμάμαι είχα γράψει ένα μονόπρακτο όταν ήμουν ακόμη τίποτα και είχα το θράσος και το θάρρος να το δώσω στον Ιάκωβο Καμπανέλλη, ο οποίος ήταν τότε μεγάλος συγγραφέας. Το διάβασε προς τιμήν του και μου έκανε διάφορες παρατηρήσεις. Μιλάμε για το 1954 και από τότε μου άρεσε να γράφω. Και έχω πει πως αν κάποια στιγμή δεν μπορώ να υπηρετήσω το θέατρο θα συνεχίσω να γράφω όπως έγραψα και το βιβλίο μου «Showtime», την αυτοβιογραφία μου. Δεν θα σταματήσω να γράφω ποτέ.

Τα 60 χρόνια πορείας…
Συνήθως θυμάται κανείς τις στιγμές που έκανε μεγάλες επιτυχίες. Απ’ ότι θυμάμαι ήταν κάποιοι σταθμοί στη ζωή μου, που δεν μπορώ να ξεχάσω. Η μετάβασή μου από ένας απλός πέμπτος-έκτος στη σειρά ηθοποιός να γίνω πρωταγωνιστής. Το πιο αστείο είναι ότι έγινε μέσα από έναν αυτοσχεδιασμό με τη σκηνή του προφιτερόλ στο έργο «Χτυποκάρδια στο θρανίο», όχι από κάποιο σπουδαίο θέατρο. Ήμουν στο θέατρο της Αλίκης Βουγιουκλάκη και ο Αλέκος Σακελλάριος ανέβαζε το έργο. Αποφάσισε να μου δώσει τον ρόλο του φοιτητή. Στο ρόλο αυτόν έκανα αυτοσχεδιασμό με το προφιτερόλ γιατί είχα αυθορμητισμό και έγινε χαμός. Αυτός ήταν ένας σταθμός στη ζωή μου όπως επίσης ήταν το «Αrt» που παίξαμε εγώ ο Σταμάτης Φασουλής και ο Γιάννης Βούρος και είχε τρομερή επιτυχία. Θυμάμαι ακόμη τον «Αμπιγιέρ», έναν ρόλο που σπάνια σου δίνεται η ευκαιρία να παίξεις. Αυτές οι στιγμές ήταν για εμένα στιγμές μεγάλες και στιγμές ζωής.

Η Αλίκη Βουγιουκλάκη και το σήμερα…
Δεν μπορούσα κι εγώ να συνειδητοποιήσω τότε την επιτυχία της σκηνής με το προφιτερόλ. Το συνειδητοποίησα όταν άρχισε να ουρλιάζει ο κόσμος από κάτω με τον αυτοσχεδιασμό μου. Με την Αλίκη Βουγιουκλάκη είχαμε μία πολύ καλή συνεργασία. Ήταν ήρεμη και ανταποδοτική. Ήταν καλή συνάδελφος. Η Αλίκη ήταν ένα αστέρι. Η Αλίκη ήταν πανέξυπνη γυναίκα. Ήξερε να διαχειρίζεται τον εαυτό της γι’ αυτό και έκανε πράγματα όμορφα και έξυπνα. Δεν έκανε «κοιλιά» στην καριέρα της, δεν έπεσε ποτέ. Αλλά δεν ξέρω αν θα είχε το ίδιο σουξέ σήμερα. Τα πράγματα έχουν αλλοιωθεί από τότε που βγήκε η τηλεόραση. Αλλά το θέατρο δεν έχει χάσει την ποιότητά του. Έχω δει καταπληκτικές παραστάσεις και με έχει εντυπωσιάσει η τέχνη του θεάτρου που μέσα σε αυτόν τον ορυμαγδό της τηλεόρασης και του εύκολου έργου, υπήρξαν νέοι συγγραφείς οι οποίοι ήταν εμπνευσμένοι. Υπάρχουν έργα σήμερα που αξίζουν. Η προσπάθεια γίνεται και θα συνεχίσει να γίνεται για μία καλυτέρευση. Δεν μπορώ να καταλάβω το πάθος που έχουν οι νέοι. Βλέπω τα παιδιά που σκοτώνονται πάνω στη σκηνή αλλά δεν μπορώ να το καταλάβω. Δεν ξέρω τι πιστεύει ο καθένας. Φοβάμαι ότι λιγάκι έχει αλλοιωθεί η κατάσταση. Η τηλεόραση βγάζει συνεχώς νέα παιδιά τα οποία πολύ γρήγορα γίνονται γνωστοί και δεν έχουν ρίζες. Όπως είχαμε εμείς στο θέατρο. Από τη μία μέρα στην άλλη μπορεί να γίνει πρωταγωνιστής ένα παιδί το οποίο δεν έχει τα εφόδια και την απαιτούμενη μόρφωση και τον βασανισμό που είχαμε εμείς για να μπούμε στο πετσί του ρόλου μας. Είναι πιο εύκολα τα πράγματα και αυτή η ευκολία δεν είναι καλό.

Η νέα γένια ηθοποιών
Ένα παιδί που παίζει στην τηλεόραση έχει μέτρια μόρφωση. Εμείς διαβάζαμε και μελετούσαμε λεπτομερώς. Αυτή η ημιμάθεια και αυτό το «εγώ είμαι τώρα πια», δεν βγαίνει σε καλό και δεν ξέρω πόσο θα κρατήσουν αν βγουν από την τηλεόραση. Εγώ έχω προωθήσει πολλά παιδιά. Τα αγαπούσα τα νέα παιδιά. Τα βοηθούσα όταν είχα θέατρο, τηλεόραση. Και πολλά παιδιά τότε όπως ήταν ο Σπύρος Παπαδόπουλος που τον είχα πάρει κοντά μου, είχαν ταλέντο από μόνα τους. Αλλά αυτοί είναι 5-6 δεν είναι η πληθώρα που βγαίνει τώρα. Τώρα δεν ξέρω τι γίνεται. Ακόμη και στις «Εκκλησιάζουσες» βλέπω παιδιά που έχουν ταλέντο και άνεση αλλά δεν ξέρω το βάθος της μόρφωσης και με τι σοβαρότητα βλέπουν τα πράγματα. Και δεν μπορούμε να τους μετρήσουμε με τα ίδια μέτρα με τους παλιούς ηθοποιούς. Έχει αλλοιωθεί όλο το σύστημα. Υπάρχουν ταλαντούχοι νέοι άνθρωποι όπως ο Γιάννης Μπέζος, ο Πέτρος Φιλιππίδης και ο Παύλος Χαϊκάλης. Δεν μπορούμε όμως να τους συγκρίνουμε με τους παλιότερους. Άλλη γενιά, άλλο πράγμα. Δεν μπορούμε να συγκρίνουμε τον ένα ηθοποιό με τον άλλο είναι σαν διαφορετικοί πλανήτες. Δεν μπορούμε να πούμε ποια είναι η σημερινή Αλίκη Βουγιουκλάκη ή ο οποιοσδήποτε. Αλλά υπάρχουν πολλοί ταλαντούχοι με άνεση, ταλέντο και με μόρφωση ορισμένοι.
Οι «Εκκλησιάζουσες» ήταν μία πολύ έξυπνη κίνηση του Αλέξανδρου Ρήγα. Έφτιαξε ένα έργο που πραγματικά ανταποκρίνεται στη σημερινή μας ζωή. Έκανε μία μίξη με τη σημερινή πραγματικότητα και το έργο του Αριστοφάνη, αλλά δεν έμεινε σταθερά και σοβαρά στο έργο. Η διασκευή του περιείχε τραγούδια, χορούς και είχε και τον Έλληνα που υποδύθηκα εγώ. Ο ρόλος που υποδύθηκα λέει στα μούτρα των θεατών ποιοι είναι οι Έλληνες, ποια είναι τα κακά και τα άσχημα και πόσο άσχημα διαχειρίζονται τον εαυτό του και την πολιτική τους. Αλλά παράλληλα και πόση λεβεντιά έχουμε. Γι’ αυτό είχε και τόση επιτυχία το έργο. Κανείς όμως δεν ξέρει ακριβώς τι επιφέρει την επιτυχία σε μία παράσταση. Το θέατρο είναι άγνωστο. Μπορεί μία σπουδαία παράσταση να μην είναι επιτυχημένη εμπορικά και υπάρχουν έργα που χωρίς να το καταλάβεις κάνουν τεράστια επιτυχία.

Φέτος τον χειμώνα…
Με κάλεσαν να συμμετάσχω στην αναβίωση της παράστασης «Χτυποκάρδια στο θρανίο» όχι βέβαια στο ρόλο του φοιτητή αυτή τη φορά. Με ήθελαν για τον ρόλο του Παπαγιαννόπουλου που έκανε τον καθηγητή. Στη αρχή, το δέχτηκα και συμφωνήσαμε σε όλα. Έπειτα σκέφτηκα πως θα είναι άδικο και για εμένα αλλά και για εκείνους να παίξω έναν ρόλο τη στιγμή που είχα παίξει στο ίδιο έργο με τρομερή επιτυχία. Το έργο τότε είχε στηριχτεί σε δύο σημείο. Στην Αλίκη Βουγιουκλάκη και στον φοιτητή με το προφιτερόλ. Και σκέφτηκα ότι είναι άδικο να περιμένει ο κόσμος να δει κάτι από εμένα και να παίξει ένα άλλο παιδί τον ρόλο αυτό. Και να πάει άπατο πιθανό όταν βρίσκομαι κι εγώ εκεί. Είναι λίγο μπερδεμένο δεν το είδα σωστό και αποχώρησα. Το προφιτερόλ με ακολουθεί μέχρι και τώρα. Πάω σε ένα ζαχαροπλαστείο να φάω μία πάστα και μου φέρνουν ένα προφιτερόλ για πλάκα. Οπότε δεν ήταν σωστό. Θα είμαι στην παράσταση «Η νεράιδα και το παλικάρι». Θα ενσαρκώσω τον ρόλο του Παπαγιαννόπουλου. Δεν θα κάνω μίμηση γιατί τα έργα αυτά διασκευάζονται.

Πρέπει να είμαστε πάντα παρόντες και δυναμικοί. Να προσφέρουμε και να απολαμβάνουμε στο θέατρο. Το θέατρο δεν θα χαθεί ποτέ. Πάντα ακόμη και στη δυστυχία το θέατρο επιβίωνε και θα επιβιώνει για πάντα».