«Κάπου στο Δημοτικό, μέσα στο σπίτι, άρχισε να γίνεται κάποιος showman. Μετά, γύρω στο γυμνάσιο, έπρεπε να βρει έναν τρόπο να είναι αρεστός στα κορίτσια – γιατί δεν ήταν με άλλο τρόπο – παρόλο που ήταν ωραίο παιδάκι. Οπότε, με μία θεατρική παράσταση, κέρδισε τις εντυπώσεις!». Και κάπως έτσι ξεκίνησαν όλα για τον Γιώργο Χρυσοστόμου. Ξεπερνώντας τις δυσκολίες, που συνάντησε σε αυτή την διαδρομή, κατάφερε, όπως εξομολογείται στο theaternow.gr, να ζει σήμερα όλα όσα ονειρεύτηκε μικρός… Σε λίγες μέρες και συγκεκριμένα από τις 28 Νοεμβρίου, ο ίδιος μαζί με τον Μάκη Παπαδημήτριου, δίνουν ραντεβού με το κοινό στο θέατρο «Άνεσις», καθώς η παράσταση «Πέτρες στις τσέπες του» επιστρέφει…

Μέσα από το θέατρο, την περίοδο που πήγαινα Δημοτικό στη Ρόδο, βρήκα ένα τρόπο να είμαι αποδεκτός από ένα κοινωνικό σύνολο και να αποφύγω το bullying που δεχόμασταν μικροί, όπως συμβαίνει σε όλα τα παιδάκια. Εγώ και η οικογένειά μου, ήμασταν οι πολύτεκνοι, τα παιδιά της εκκλησίας, οι νηστεύοντες, οι φτωχοί. Στη Ρόδο σε κοιτούσαν στα παπούτσια. Ακόμα και τώρα, οι μεγαλύτερες σε ηλικία, κοιτάνε τι αυτοκίνητο έχεις και όχι την ψυχή σου. Αντράκι τότε, φυσικά και αυτό ενοχλούσε τον εγωισμό μου. Έλεγα μέσα μου «όταν μεγαλώσω, θα σας δείξω». Το θέατρο ήταν κάτι που δεν το έκαναν πολλοί και το να είσαι σε μία θεατρική ομάδα ήταν ταμπού. Ήμουν καλός σε αυτό και παρόλο που έπρεπε να μπω στην παιδική σκηνή, μπήκα στο θεατρικό εργαστήρι. Εκεί ο δάσκαλός μου, ο Κώστας Κατσουλάκης, μου είπε: «Θα γίνεις ηθοποιός;» και εγώ του απάντησα: «Θέλω πολύ, αλλά δεν θα με αφήσουν οι γονείς μου». Όταν τους είπα ότι θέλω να γίνω ηθοποιός, αντέδρασαν όπως κάθε φυσιολογικός γονιός. Ήταν ένα άγνωστο πεδίο για εκείνους και οι άνθρωποι αν δεν ξέρουν κάτι το φοβούνται. Στην εφηβεία, που ήμουν πιο συνειδητοποιημένος,ο μόνος τρόπος για να φύγω από το νησί ήταν το θέατρο, παρόλο που ήμουν μαγεμένος από όσα οργάνωνε ο πολιτιστικός Σύλλογος της Ρόδου. Ο Νίκος Χατζηπαπάς ασχολήθηκε πάρα πολύ με το μεσαιωνικό θέατρο, έβγαλε ηθοποιούς στους δρόμους, γινόντουσαν πολλές εκδηλώσεις. Στο κτίριο του θεάτρου, υπήρχε μία βελούδινη μοκέτα και γύρω – γύρω φωτογραφίες ηθοποιών. Καθόμουν εκεί με τις ώρες… Κάποια στιγμή, πέρυσι, μια γυναίκα μου έφερε δώρο μία από τις κορνίζες που ήταν στο θέατρο, στην οποία ήμουν εγώ 16 χρονών, στην παράσταση «Το φάντασμα της Μασσαλίας».

Την πρώτη φορά που ανέβηκα στη σκηνή ήταν όταν πήγαινα πέμπτη δημοτικού και υποδυόμουν έναν δήμαρχο. Αυτό που θυμάμαι είναι ότι δεν είχα άγχος. Αισθανόμουν μία περίεργη ηρεμία. Στο θεατρικό σανίδι,νιώθω μία ασφάλεια ακόμα και τώρα. Μπορεί να είμαι ταραγμένος όλη μέρα, αλλά εκεί είμαι ήσυχος. Πλέον, δεν είναι θέμα ναρκισσισμού, είναι μια δουλειά που την κάνεις για να την δει ο κόσμος. Ασχολείσαι με το να περάσει καλά ο θεατής, που σηκώθηκε από το σπίτι του και ήρθε να σε τιμήσει. Και εδώ είναι που διαφωνώ με αρκετούς σκηνοθέτες που λένε «δεν με νοιάζει το κοινό». Την παράσταση την κάνεις για να την δει ο κόσμος, αλλιώς πήγαινε ζωγράφισε κάτι ή γράψε ένα βιβλίο.

Τα φοιτητικά χρόνια & οι ψευδαισθήσεις
Έβαλα στοίχημα με τον εαυτό μου και με τους γονείς μου ότι θα περάσω σε Κρατική Σχολή και δεν θα πληρώσουν τίποτα για τις σπουδές μου. Κι έτσι έγινε. Μπήκα πρώτος με υποτροφία και είπα ένα τεράστιο «Yes» και «Μπράβο» στον εαυτό μου. Εκεί ήταν και η πρώτη μου ικανοποίηση. Έφτασα στην χιονισμένη Θεσσαλονίκη, και με τις βαλίτσες παρέα έψαχνα για σπίτι. Δεν ήταν εύκολο. Επίσης, δεν είναι εύκολα μακριά από την οικογένειά σου. Δεν υπήρχε παίρνω το ΚΤΕΛ και πάω στη μάνα μου, ούτε να έρχονται τα τάπερ με το φαγητό. Δεν κατηγορώ κάποιον που ζει έτσι, αλλά για μένα από τη στιγμή που φεύγεις 18 χρονών, είναι μετανάστευση. Πέρασε και μία περίοδος που είχα δύο, τρία χρόνια να πάω σπίτι μου. Πάντα επέστρεφα καλοκαίρι και Χριστούγεννα. Δεν σκέφτηκα ποτέ όμως να τα παρατήσω και να γυρίσω πίσω, αν και προσφερόταν πολλές φορές το πεδίο για να πεις «τέλος». Θα το έκανα, μόνο αν έβγαινε ένας νόμος που έλεγε «Απαγορεύεται το θέατρο». Τα φοιτητικά μου χρόνια δεν ήταν ανέμελα. Όταν λέμε φοιτητικά χρόνια, σαν συνειρμός είναι: εστίες, τάβλι, χρωστάω έξι μαθήματα, μπαρ. Οι Κρατικές Σχολές, όμως, δεν είναι έτσι. Είναι σχεδόν ιδρυματισμός. Μπαίναμε μέσα το πρωί και βγαίναμε το βράδυ. Δεν είχα και παραπάνω χρήματα για να μπορώ να κάνω και χαϊλίκια. Ωστόσο, στην πορεία ξεκινάνε τα δύσκολα. Κάθε τρεις μήνες είσαι άνεργος, κάθε έξι μήνες ψάχνεις δουλειά. Ακόμα και όταν έρχονται προτάσεις λες «όχι» σε αρκετές. Ψάχνεσαι διαρκώς. Δεν είμαι από αυτούς που έχουν εταιρείες και βγάζουν παραστάσεις. Θα πάρω τηλέφωνα, θα ρωτήσω. Αυτό το ψάξιμο όμως έχει και μία χαρά.

Μία φορά ένας βενζινάς, που με είδε στεναχωρημένο, μου λέει «Τι έχεις; Εσείς οι ηθοποιοί είστε πάντα χαρούμενοι». Είχαμε ακριβώς την ίδια ψευδαίσθηση. Ότι οι ηθοποιοί είναι χαρούμενοι όλη μέρα. Μετά κατάλαβα, ότι αυτό δεν ισχύει και ότι πρέπει να αντιμετωπίζω τη ζωή που τρέχει ταυτόχρονα με τη σκηνή. Η πιο μεγάλη ψευδαίσθηση που είχα ήταν όταν βγήκα από τη σχολή. Είχα έπαρση και νόμιζα ότι τα πράγματα θα στρωθούν στο χαλί. Τελικά μετά, ήρθε ένα πολύ μεγάλο χαστούκι. Κατέβηκα στην Αθήνα, πρωταγωνιστής στο θέατρο της Ξένιας Καλογεροπούλου, αλλά μετά έγινε κάτι και έμεινα εκτός από τη φάση για καμιά επταετία. Ήμουν στα μέσα – έξω, στο περίμενε, στο όχι, στο δεν ξέρουμε, στο θα δούμε. Τότε είχα αρκετό θυμό μέσα μου, αλλά στην πορεία έφυγε, γιατί καταλαβαίνεις πως δεν φταίει κανείς άλλος. Ούτε τα συστήματα, που το ακούω καμιά φορά από νέους. Εγώ πήγαινα σε οντισιόν και ήταν σαν να έλεγα «Καλησπέρα, μην με πάρετε». Αν πηγαίνεις θυμωμένος, κανείς δεν σε θέλει, όσο καλός και αν είσαι. Με τα μυαλά και τις εμπειρίες που έχω τώρα, τον Γιώργο εκείνης της εποχής θα τον συμβούλευα «υπομονή». Τώρα πια στη ζωή μου έχει μπει η υπομονή, η οποία βέβαια παλεύει με την παρόρμηση, που είναι βασικό στοιχείο του χαρακτήρα μου. Σε εκείνη την επταετία μεσολάβησαν άλλες δουλειές. Πολλή νύχτα, πολύ μπαρ, λίγο τηλεόραση. Από το «LAPD» και μετά άρχισαν να παίρνουν τα πράγματα ένα δρόμο, αλλά μετά και πάλι δεν ήταν εύκολα γιατί κέρδισαν τα «όχι». Η δουλειά δεν είναι εκ του ασφαλούς. Αν θες να κρατάς μία στάση ή μία πολιτική ζωής ή μία αισθητική πρέπει να θυσιάσεις αρκετά πράγματα. Αν ήθελα να βγάλω πολλά λεφτά και να μη με νοιάζει, θα μπορούσα να το καταφέρω. Επιλέγω όμως έναν άλλον τρόπο και όσο αντέξει κι αυτό. Τα στάνταρς αλλάζουν, πέφτουν – σηκώνονται. Εμένα μου αρέσει που ανακατεύεται το σύστημα των ηθοποιών και παίζουν όλοι με όλους. Παλιά πήγαινα σε οντισιόν και άμα είχες κάνει τηλεόραση, σε πέταγαν έξω σε κάποια θέατρα. Εμμονικά, δεν μου αρέσει έτσι το θέατρο. Μπορείς να κάνεις κουλτουριάρικα πράγματα εκ του ασφαλούς, μόνο αν έχεις λύσει το οικονομικό σου πρόβλημα, κάτι που το έχουν κάνει λίγοι.

Οι «Πέτρες στις τσέπες του» επιστρέφουν

Οι «Πέτρες» είναι μία ευλογημένη δουλειά και μία ευλογημένη συνεργασία με τον Μάκη Παπαδημητρίου. Έκατσε κέντα να γίνουν, γιατί η παράσταση που συμμετείχε ο Μάκης κατεβαίνει και εγώ έφυγα από το «Ποιος σκότωσε το σκύλο τα μεσάνυχτα». Οπότε ήρθαμε να συναντηθούμε και πάλι. Η αλήθεια είναι πως δεν ολοκληρώθηκαν πέρυσι. Έμειναν σε μία εκκρεμότητα, γιατί κάναμε περιοδεία τις «Θεσμοφοριάζουσες». Χρωστούσαμε τρεις παραστάσεις στην Αθήνα, αλλά δεν έγιναν όλες γιατί έβρεχε. Οπότε δεν τις αποχαιρετήσαμε και τώρα συμφωνήσαμε μαζί και με τον Μίλτο Σωτηριάδη να συνεχίσουμε. Αγαπάμε όλους τους ρόλους που παίζουμε σε αυτή την παράσταση. Οι «Πέτρες» είναι το παιδί μας με τον Μάκη.

Στο έργο η συγγραφέας επιμένει να είναι δύο άντρες που παίζουν και τους 16 ρόλους. Μία Χολιγουντιανή υπερπαραγωγή κάνει τα γυρίσματα μίας ταινίας, σε ένα χωριό στην Ιρλανδία και έχουν πάει δύο τύποι για κομπάρσοι. Ο ένας θέλει να γίνει σταρ και έχει γράψει και ένα σενάριο, γιατί δούλευε σε βίντεο κλαμπ και θεωρεί ότι ξέρει να γράφει και θέλει να μπει στα συστήματα. Ο άλλος πήγε στην Αμερική να κάνει την τύχη του και επέστρεψε πίσω απογοητευμένος. Σε αυτή την ιστορία υπάρχει ένα παιδί που παίρνει ναρκωτικά και θέλει και αυτός να δουλέψει, αλλά δεν τον αφήνουν γιατί είναι ναρκομανής. Κάπου στη μέση της ιστορίας αυτός αυτοκτονεί σε μια λίμνη βάζοντας πέτρες στις τσέπες του. Τότε οι κάτοικοι του χωριού θέλουν να σταματήσουν τα γυρίσματα της ταινίας για να τον κηδέψουν, αλλά η παραγωγή απαγορεύει την κηδεία. Και ξεκινάει μία εμπόλεμη κατάσταση με τους κατοίκους και με την παραγωγή για το αν θαφτεί το παιδί ή όχι. Από τη μέση και μετά το έργο είναι πιο κοινωνικό και γίνεται πιο συγκινητική η ιστορία. Αφού φεύγει το παιδάκι, αρχίζουν οι ενοχές, οι θυμοί και καταλήγει στο τέλος,όπου οι δύο κεντρικοί ήρωες σκέφτονται να γράψουν μια ταινία, στη μνήμη του παιδιού,που θα λέγεται «Πέτρες στις τσέπες του».

Εμείς, κατά την διάρκεια της παράστασης, άμα γίνεται λάθος το θέλουμε. Για παράδειγμα, αν κάνει λάθος ο ηχολήπτης τον βάζουμε στο παιχνίδι, γιατί έχουμε μια συνθήκη, ότι οι ήρωες του έργου κάνουν πρόβα το γύρισμα της ταινίας, οπότε τα λάθη επιτρέπονται. Τώρα άμα μας πιάσουν τα γέλια και γελάσει και ο κόσμος εκείνη τη στιγμή με όλο αυτό, εκεί είναι οργασμική σύνθεση. Ξεχνιούνται τα πάντα, φεύγει ο πόνος, το άγχος και για κάποια δευτερόλεπτα είναι ευτυχία.

Η αγάπη του για τους συναδέλφους & το θέατρο
Αυτό που αγαπάω στην δουλειά μου είναι πως όταν μπαίνεις σε έναν θίασο γνωρίζεις καινούργιο κόσμο. Είναι σαν να πηγαίνεις πρώτη μέρα σε καινούργιο σχολείο! Επίσης, αυτό που με κάνει ευτυχή και με πιάνει ανατριχίλα, είναι όταν συνεννοούμαι με τα μάτια με τον άλλον, εκεί που συνδεόμαστε για δευτερόλεπτα. Μία τέτοια στιγμή έζησα με τον Οδυσσέα Παπασπηλιόπουλο όταν με σκηνοθετούσε. Κατάλαβα τι ήθελε να μου πει, πριν μου το πει. Αυτό συνέβαινε και με τον Θωμά Μοσχόπουλο πολλές φορές στο «Θέατρο Πόρτα».

Μιλάω με πολλή αγάπη για τη δουλειά μου γενικότερα γι’ αυτό και θυμώνω πάρα πολλές φορές με αυτήν. Αγαπάω πολύ τους ηθοποιούς. Η οικογένειά μου, είναι αυτοί οι άνθρωποι. Όλοι, ακόμα και αυτοί που μισιόμαστε καθώς μισιόμαστε για βλακείες. Στις 20.15 καμιά φορά σκέφτομαι ότι όλοι αυτοί τους οποίους αγαπώ είναι σε ένα καμαρίνι και κάνουμε ακριβώς το ίδιο. Από Τετάρτη μέχρι και Κυριακή στις 20.30, είμαστε στην ίδια κατάσταση. Τώρα που κάθομαι αυτό τον καιρό, ξεπέρασα λίγο το κόμπλεξ μου και πήγα και είδα δουλειές άλλων συναδέλφων. Είδα παλιούς συναδέλφους που παίζαμε μαζί και ήταν τόσο γλυκά που ήμουν από κάτω και το ήξεραν και πετούσαν ατάκες που τις καταλαβαίνω μόνο εγώ. Το κάνουμε και εμείς όταν έρχονται συνάδελφοι στην παράστασή μας. Οι ηθοποιοί, έχουμε μια ενδοσυνεννόηση όχι εναντίον του κοινού, αλλά είμαστε μία ζεστή κατάσταση και όπως σε μία οικογένεια κάποιοι μαλώνουν, έτσι συμβαίνει και σε εμάς. Όλοι τα ίδια ζόρια τραβάμε, τα ίδια προβλήματα έχουμε, το ίδιο άγχος πάνω στην σκηνή. Αν θα αρέσει η παράσταση στον κόσμο, αν θα βγάλουμε τον χειμώνα.

 

Για μένα, είναι πια τιμή και πολύ ωραίο όταν έρχεται ο κόσμος να σε δει. Πολλές φορές ξεχνάμε ότι ο άλλος σηκώθηκε, έκανε μπάνιο, έβαλε τα ρούχα του, πλήρωσε ταξί και περίμενε στην ουρά για να έρθει να σε δει. Μου αρέσει όταν βλέπω τα θέατρα γεμάτα, ζευγαράκια, νέους που πάνε να δουν παραστάσεις. Ακόμα κι άμα δεν συμφωνώ με την παράσταση. Δεν συμφωνώ με αυτούς που λένε «Η Αθήνα έχει πολλές σκηνές και δεν θα έπρεπε». Να έχει κι άλλες 150. Να πάνε όλοι στο θέατρο. Θα μπορούσε η χώρα να έχει πολύ θέατρο. Και μένα μ’ αρέσει, το αγαπάω το θέατρο.

Όσα ονειρεύτηκα μικρός τα ζω τώρα. Έχω ένα ωραίο σπίτι, παίζω στο θέατρο, αγαπάω τη δουλειά μου, με αγαπούν οι άνθρωποι της δουλειάς μου, παίζω κάθε χρόνο πράγματα που δεν έχουν σχέση με τα προηγούμενα, εξελίσσομαι. Παρόλο που είναι ζόρικο το όνειρό μου, το ζω. Τώρα ένα πιο μεγάλο όνειρο που έχω είναι να αγοράσω ένα φάρο κάπου στην Ιρλανδία, Σκωτία. Έχω και ένα άλλο όνειρο σε σχέση με τον κινηματογράφο, το οποίο θα μου πραγματοποιηθεί, γιατί όταν κάνω όνειρα κάνουν κέντα. Επειδή αγαπώ τη μουσική, θα ήθελα να συμμετάσχω σε μια ταινία που να έχει σχέση με την ελληνική πανκ και ροκ μουσική. Γιατί από το ΄80 μέχρι το ’98 γράφτηκαν υπέροχα πράγματα. Περπατάω στο δρόμο, ακούω μουσική και φαντάζομαι ότι είναι γύρισμα…

Το 2018,είχε πολύ δύσκολες δονήσεις αλλά ήταν πάρα πολύ καλό για μένα. Τελικά, κατάλαβα ότι μόνο μετ’ εμποδίων έρχεται το καλό. Δεν γίνεται να είναι ωραία τα πράγματα αν δεν υπάρξει κάτι που θα χρειαστεί να θυσιάσεις, να σε πονέσει. Το 2019 θα ήθελα να μου φέρει ωραίες, θετικές εκπλήξεις και λίγο τύχη…