Ο Δημήτρης Καταλειφός έχει μία σημαντική καλλιτεχνική πορεία που μετρά 43 χρόνια πίστης και αφοσίωσης σε αυτό που κάνει και, κυρίως, χωρίς καμία έκπτωση ή σνομπισμό. Μία μέρα πριν τη πρεμιέρα του αφηγήματος σε πρώτο πρόσωπο «Το Τέλος» του Σάμουελ Μπέκετ, στο Θέατρο Εμπορικόν, ο ηθοποιός εξομολογείται στο theaternow.gr την απόφαση του να ασχοληθεί με την υποκριτική και τη σχέση του με τους γονείς του. Επιπλέον, θυμάται με συγκίνηση και νοσταλγία τις δύο θεατρικές ομάδες – και χώρους – που δημιούργησε μαζί με άλλους συναδέλφους του και τον ρόλο της μοναξιάς, η οποία πλέον πρωταγωνιστεί στην καθημερινότητά μας…

Η επιθυμία να πάω σε δραματική σχολή είχε αρχίσει από την εφηβεία, γύρω στα 14 -15, όπου είχα παρακολουθήσει μια παράσταση με την Έλλη Λαμπέτη. Έτσι, υπέμεινα τα τρία τελευταία χρόνια του Γυμνασίου που ήμουν τότε, επειδή ήμουν σε καλό σχολείο και πάρα πολύ καλός στα αρχαιοελληνικά, και έδωσα στη Νομική Σχολή όπου πέρασα για το… σπίτι μου. Δεν πήρα το πτυχίο για τρία μαθήματα. Έπειτα πήγα στη δραματική σχολή, και όλοι απορούσαν γιατί ήμουν ένα κλειστό και ντροπαλό άτομο. Φαντάζονταν -όπως και οι περισσότεροι ακόμα- ότι οι ηθοποιοί πρέπει να ‘ναι εξωστρεφείς. Εγώ είχα υπέροχους γονείς που δεν μου έφεραν την παραμικρή αντίρρηση ή αντίδραση, εφόσον αυτό ήθελα να κάνω. Για αρκετά χρόνια, μάλιστα, θεωρούσαν ότι θα ήταν κάτι περιστασιακό και θα μου περάσει.

Η σχέση με τους γονείς του
Οι γονείς δεν μπορούν να δουν εύκολα το παιδί τους σαν κάτι άλλο. Για παράδειγμα, οι δικοί μου, δε ξέρω αν μπορούσαν να διαχωρίσουν εμένα από κάποιο ρόλο. Πιο πολύ τους ένοιαζε αν κουράζομαι. Τους ένοιαζε ο Δημήτρης, πίσω από τους ρόλους. Ωστόσο, δεν ήταν αποθαρρυντικοί αλλά ούτε και υπεραισιόδοξοι. Απλά, δεν άγγιζαν αυτό το θέμα. Χάρηκαν όταν έπαιξα στην τηλεόραση, που ήταν κάτι πιο δημοφιλές. Ειδικά στη μητέρα μου άρεσαν οι ρόλοι που ήμουν πλούσιος και καλοντυμένος. Κάτι, δηλαδή, που δεν ήμουν καθόλου στη ζωή. Επιπλέον, δεν με άγχωσαν με το να έχω επιτυχία, να βγάλω χρήματα και να γίνω γνωστός. Με άφησαν ήσυχο και ελεύθερο στον τομέα του θεάτρου. Εν αντιθέσει με τους σημερινούς γονείς, που βλέπω ότι με έναν τρόπο είναι πιεστικοί. Πηγαίνουν στις εξετάσεις των παιδιών τους από το πρώτο έτος για να τους καμαρώσουν, να τους φωτογραφίσουν, να τους βιντεοσκοπήσουν και να τους προβάλλουν. Ευτυχώς, δεν το ένιωσα όσα χρόνια είχα τους γονείς μου, και τους είχα αρκετά. Δηλαδή γύρω στα 35 από τα 43 χρόνια που παίζω, ζούσαν και ποτέ δεν με ρώτησαν πιεστικά «Πάει καλά;», «Έχει επιτυχία;». Το μόνο που τους ενδιέφερε ήταν να είμαι εγώ καλά και να μην κουράζομαι.
Από ότι θυμάμαι, το κίνητρο μου να ασχοληθώ με την υποκριτική δεν ήταν με τίποτα τα λεφτά. Για αυτό τον λόγο και δεν έβγαλα ποτέ μου. Επειδή ήμουν εσωστρεφής, δειλός, μαζεμένος, άτολμος κ.ά. το θέατρο -από την σχολή κιόλας- μου έδινε την χαρά και την απόλαυση μίας ελευθερίας: να γίνομαι κάποιος άλλος από αυτό που είμαι στη ζωή. Και αυτό εξακολουθεί να είναι το κίνητρο μου. Δεν ήταν ούτε τα λεφτά ούτε η δόξα.

Οι ομάδες και ο… ναρκισισμός
Μέσα σε όλα αυτά τα χρόνια υπάρχουν πολλές ιστορίες να διηγηθώ. Μία, όμως, που θα μπορούσα να πω με συγκίνηση είναι οι δύο φορές που δημιουργήσαμε τις δύο ομάδες, όπου συνοδεύονταν με την δημιουργία δύο χώρων. Ο πρώτος ήταν «Η Σκηνή» με τον Λευτέρη Βογιατζή και άλλους πέντε ηθοποιούς, το 1980, όπου σήμερα είναι το Θέατρο Οδού Κυκλάδων, και το άλλο ήταν το «Εμπρός» με τη Ράνια Οικονομίδου και τον Τάσο Μπαντή, τη δεκαετία του ’90. Ήταν δύο σημαντικές στιγμές στην θεατρική μου πορεία. Ήταν οι δύο φάσεις που ήμασταν ομάδες, ήμασταν νεότεροι και είχαμε πολλά όνειρα. Φανταστείτε, δουλεύαμε άπειρες ώρες, χωρίς να πληρωνόμαστε, και ήμασταν δοσμένοι σε αυτό. Είχε μία συγκινητική γενναιοδωρία που τη θυμάμαι με νοσταλγία.
Πιστεύω ότι είναι νόμος της ζωής ότι τίποτα δεν κρατάει για πάντα. Πόσο μάλλον σε έναν χώρο, όπως είναι το θέατρο. Είναι ένας χώρος που έχεις να κάνεις πάρα πολύ με το ναρκισισμό και τις φιλοδοξίες. Είναι δύσκολο να αντέξεις μέσα στον χρόνο με τους ίδιους ανθρώπους. Θέλει τρομερή κυριαρχία και ισορροπία. Αυτές οι δύο ομάδες έκαναν τον κύκλο τους. Κάναμε ωραίες παραστάσεις για την εποχή τους. Οι ομάδες, διεθνώς, δεν αντέχουν στον χρόνο γιατί κάποια στιγμή τα «εγώ» όλων των μελών,δεν μπορούν να συμπλέουν για αρκετό καιρό.
Παρ’ όλα αυτά, το επάγγελμα του ηθοποιού είναι ομαδικότατο σπορ. Είναι μία συλλογική Τέχνη αλλά εξαρτάται πώς το διαχειρίζεται κανείς, τι ανθρώπους συναντά, τι επιλογές κάνει αλλά και πώς είναι η φάση που περνά ο εκάστοτε ηθοποιός με συναδέλφους του και σκηνοθέτες. Για παράδειγμα, τώρα που είμαι 65 χρονών, δεν είμαι όπως στα 50 ή στα 40 μου. Έχει να κάνει με τη χημεία των μελών, την «συνταγή» και την συγκυρία.

Η καθημερινότητα ενός ηθοποιού και οι… θυσίες
Μου αρέσουν οι ρόλοι που παίζω να έχουν δύναμη, τρέλα, θυμό, οργή. Πράγματα που στη ζωή μου δεν είναι εύκολο να τα εκφράσω. Με το πρόσχημα ενός ρόλου, αισθάνομαι πιο ελεύθερος. Σίγουρα, δεν είμαι όπως στα 18 μου χρόνια. Μεγαλώνοντας κάποια πράγματα αλλάζουν. Ωστόσο, εξακολουθώ να είμαι εσωστρεφής και χαμηλών τόνων. Δεν είμαι άνθρωπος μες στην τρελή χαρά ή ο αρχηγός της παρέας που θα είναι κεφάτος και θα λέει ανέκδοτα. Ο καθένας μας έχει κάποια χαρακτηριστικά που τα διατηρεί. Κάποια στο πέρασμα του χρόνου διορθώνονται και κάποια χειροτερεύουν. Ωστόσο, ο βασικός μας πυρήνας, που διαμορφώνεται αρκετά νωρίς, παραμένει ίδιος.
Η δουλειά του θεάτρου απαιτεί μία διαφορετική καθημερινότητα. Κάθε βράδυ πρέπει να κάνεις κάτι το οποίο πρέπει να κάνεις καλά, ανεξαρτήτως του τι συμβαίνει στην προσωπική σου ζωή. Η αλήθεια είναι ότι στερείσαι πολύ συχνά πράγματα από την καθημερινή ζωή. Δεν πρέπει να κρυώσεις ή να χεις φάει πολύ. Πρέπει, όμως, να έχεις κοιμηθεί. Η δουλειά μας απαιτεί μία πειθαρχία που, ενίοτε, είναι κοπιαστική και λες χάνω πράγματα από τη ζωή. Από την άλλη, όμως, υπάρχουν στιγμές που σου δίνει τόση χαρά το να δημιουργείς κάτι μαζί με άλλους που ισοσταθμίζει τις στερήσεις.
Είχα την τύχη να βρω το νόημα στα 15 και να έχω φτάσει τα 65. Αισθάνομαι τυχερός που το βρήκα με κάτι που με εξακολουθεί να με γεμίζει και να μου αρέσει πολύ. Σίγουρα υπάρχουν δύσκολες στιγμές, ρωγμές, δύσκολες φάσεις μέσα σε τόσα χρόνια. Ωστόσο, δεν θυσιασα την προσωπική μου ζωή για το θέατρο, αλλά το θέατρο έδωσε μεγάλο νόημα στην ίδια μου τη ζωη.

Ο ρόλος της μοναξιάς στη ζωή 
Δεν πιστεύω ότι είμαι ακριβώς απαισιόδοξος, αλλά η μοναξιά είναι ένα μεγάλο θέμα. Ειδικά για τον σύγχρονο άνθρωπο. Αν κοιτάξουμε γύρω μας υπάρχει πολύ μοναξιά, είτε μένεις μόνος σου είτε με άλλους. Δεν είναι τυχαίο που οι άνθρωποι έχουν πέσει στα κινητά, στο Internet και στα social media. Ή, επίσης, ότι οι άνθρωποι δεν βρίσκονται ή δεν μιλάνε όπως παλιά. Πιο πολύ γράφουν μεταξύ τους. Αυτό κάτι δείχνει. Η σύγχρονη ζωή σου αφαιρεί αρκετό χρόνο και σε κάνει να τρέχεις σαν τον τρελό για να προλάβεις να κάνεις πράγματα, να πετύχεις, να τα βγάλεις πέρα για να επιβιώσεις. Πλέον, η μοναξιά είναι ένα πρωταγωνιστικό θέμα στη ζωή μας. Δεν μπορεί να μη σε απασχολήσει. Βέβαια, αυτό, δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν οι σχέσεις, ο έρωτας, η φιλία και η αγάπη. Υπάρχουν και αυτά. Τη μοναξιά την περνάνε όλοι οι άνθρωποι με διάφορους τρόπους, αποχρώσεις και παραλλαγές. Από την άλλη, η μοναξιά, για κάποιους ανθρώπους, είναι και επιλογή. Δεν είναι, πάντα, κάτι αρνητικό. Μπορεί κάποιος να είναι μόνος του και να γράφει, να ζωγραφίζει, να βλέπει πολύ ωραίες ταινίες, να κάνει περιπάτους. Επιπλέον, ένας καλλιτέχνης είναι απαραίτητο να περνάει και μοναχικές περιόδους για να ονειρευτεί αυτό που έχει να κάνει ή να γεμίσει τις μπαταρίες του για αυτό που τελείωσε, μέχρι να αρχίσει κάτι άλλο. Ξέρετε, μερικές φορές, η μοναξιά είναι ευλογία αλλά και απαραίτητη για να έρθεις ξανά στα ίσα σου, να αναρωτηθείς πράγματα σε σχέση με τον εαυτό σου και να κάνεις έναν ειλικρινή διάλογο με αυτόν.
Προσωπικά την αποζητώ και, πολλές φορές, την προτιμώ. Όπως σου είπα και πριν για περιόδους που ετοιμάζεις κάτι είναι απαραίτητο. Πρέπει να μείνεις λίγο μόνος σου, με τον συγγραφέα, με το έργο και το ρόλο που έχεις να κάνεις.

 

«Το Τέλος» και προσεχώς… «Ο θάνατος του εμποράκου»
Πρόκειται για μία νουβέλα, η οποία στην ουσία είναι ένα αφήγημα σε πρώτο πρόσωπο. Μιλάει για έναν άνθρωπο, ο οποίος διηγείται την περιπέτεια της ζωής που γερνάει, φθίνει και οδεύει σιγά- σιγά στο τέλος, δηλαδή στον θάνατο. Το έργο, πέρα από την πορεία του ανθρώπου που παρουσιάζει, έχει και το ιδιότυπο χιούμορ του Μπέκετ. Ο ήρωας φτάνει στον πάτο των πραγμάτων και καταλαβαίνει ότι η ζωή του δεν έχει κανένα νόημα, αλλά βρίσκει το κουράγιο και συνεχίζει. Είναι ένα υπέροχο κείμενο που με συγκινεί πάρα πολύ. Ο συγγραφέας μπορεί να βλέπει με μία λοξή ματιά τη ζωή και κάποιος να λέει «τι σκοτεινός συγγραφέας», «τι δυστυχία βλέπει στα πάντα», αλλά αν διαβάσεις το κείμενο βαθύτερα, είναι ακριβώς το αντίθετο.

Δεν είναι εύκολο να βρίσκεται ένας ηθοποιός μόνος του πάνω στη σκηνή, αλλά δεν είναι εύκολο να βρίσκεται και με άλλους. Το επάγγελμά απαιτεί μία έκθεση που κάθε μέρα πρέπει να την παλεύεις. Είναι μια Τέχνη που έχει να κάνει με το νευρικό σου σύστημα, με την ψυχή σου, με τους θεατές. Είναι κάτι πολύ ρευστό. Από τη μία, το να είσαι μόνος σου πάνω στη σκηνή έχει μεγαλύτερη ευθύνη γιατι πρέπει να κουβαλήσεις όλο το κάρο μόνος σου. Από την άλλη, έχει κάτι ενδιαφέρον. Παρ’ όλο το άγχος που έχω, μου αρέσει που θα κάνω κάτι μόνος μου. Ανεξαρτήτως πώς θα βγει και ώς θα είναι το αποτέλεσμα. Η Θάλεια Μελή – Χωλλ έχει κάνει την εξαιρετική μετάφραση του έργου στα ελληνικά, παρά τις ειδικές δυσκολίες που είχε το κείμενο, ενώ τη σκηνοθεσία κάνει ο Γιώργος Σκεύας. Δεν σου κρύβω ότι χαίρομαι που συνεργαζόμαστε. Όλο αυτό που κάνουμε με «Το Τέλος» ήταν ένας τρόπος να γνωριστουμε για το επόμενο έργο, τον «Θάνατο του εμποράκου», που θα ανεβάσουμε στο Θέατρο Εμπορικόν τον ερχόμενο Οκτώβρη. «Το τέλος» θα ανέβει μόνο για 5 παραστάσεις. Είναι σαν ένα δώρο που κάνω στον εαυτό μου, με ένα ιδιαίτερο κείμενο. Παράλληλα, όμως, ετοιμάζουμε τον «Θάνατο του εμποράκου», όπου διαμορφώνεται ο θίασος. Μέχρι στιγμής έχουν κλείσει η Μαρία Καλλιμάνη και ο Γιώργος Ζιόβας, αλλά κάναμε και ακροάσεις για να παίξουν πολλά νέα παιδιά. Η αλήθεια είναι ότι είδαμε αρκετούς ηθοποιούς και, μάλιστα, ταλαντούχους. Ήταν ελπιδοφόρο ότι συναντήσαμε πολλά νέα και ταλαντούχα παιδιά.

*INFO: «Το Τέλος» του Σάμουελ Μπέκερ κάνει πρεμιέρα την Τετάρτη 29 Μαΐου στο Θέατρο Εμπορικόν (Σαρρή 11, Αθήνα, τηλέφωνο 210-3211750).
Τετάρτη 29 Μαΐου: 20:00
Πέμπτη 30, Παρασκευή 31 Μαΐου: 21:00
Σάββατο 1 Ιουνίου: 21:00
Κυριακή 2 Ιουνίου: 20:00
Γενική Είσοδος : 15 Ευρώ.