Ο Δημήτρης Λάλος φέτος μεταφράζει και σκηνοθετεί τη θεατρική παράσταση «Ο Άσχημος», που ανεβαίνει στη σκηνή του Tempus Verum – Εν Αθήναις. Ο ίδιος μιλά στο theaternow.gr για τα μηνύματα που περνά το έργο αλλά και για τους στόχους που έχει ως Καλλιτεχνικός Διευθυντής του θεάτρου.

Η θεατρική σκηνή είναι ξελογιάστρα. Όποιος τη δοκιμάζει για λίγο, του παίρνει τα μυαλά, τον αποπλανεί, τον σαγινεύει, τον τρελαίνει. Είναι σαν ένα ραντεβού, που δίνεις με έναν άνθρωπο, το οποίο πάει πάρα πολύ καλά. Το θέμα όμως είναι, πως το πρόσωπο αυτό την επόμενη μέρα που του τηλεφωνείς, δεν απαντάει. Γι΄αυτό και μετά, πρέπει να στείλεις λουλούδια, να γράψεις ένα ερωτικό γράμμα, να του προτείνεις να πάτε για φαγητό… Πρέπει να ξεκινήσεις τη γνωριμία ξανά από την αρχή, μήπως και συμβεί κάτι, αλλά και αυτό δεν είναι σίγουρο. Το θέατρο έχει τη γοητεία να διαστέλλει τον χρόνο της αντίληψης και αυτό είναι ένα πράγμα που με μάγεψε και με τράβηξε από την πρώτη στιγμή.

Όπως στη ζωή, έτσι και στο θέατρο, όλα είναι μια κυματομορφή που έχει πάνω και κάτω. Όταν βρίσκεσαι μέσα σε αυτήν, είναι όλα δύσκολα ή εύκολα. Όμως όταν καταφέρνεις και απομακρύνεσαι, όλα σου φαίνονται μια ευθεία. Φυσικά και αντιμετώπισα πολλές δυσκολίες στην πορεία μου όλα αυτά τα χρόνια. Όταν είσαι μέσα στον μικρόκοσμο της δίνης, όλα σου φαίνονται τεράστια, μέχρι να απομακρυνθείς και να πεις «τελικά, δεν ήταν τίποτα». Οι δυσκολίες είναι αυτές που σε κάνουν να βιώνεις περισσότερο τη ζωή.

Η σκηνοθεσία έχει να κάνει με την ανάγκη του να πεις μια ιστορία. Ως γεννητικό υλικό, είμαι σχεδιασμένος έτσι που μου αρέσει να λέω ιστορίες, ακόμα και αν βρεθώ σε μία παρέα. Το θέατρο και οι παραστατικές τέχνες, αυτό που κάνουν είναι να λένε μια ιστορία. Ως ηθοποιός, είχα αυτή τη δυνατότητα. Όμως το θέατρο δεν είναι ένα πράγμα, αλλά πολλά. Έτσι το να μπεις στη «σκοτεινή πλευρά», πίσω από τα φώτα, μπορείς να χειριστείς αυτή την εξιστόριση με έναν διαφορετικό τρόπο, ο οποίος με γοητεύει κι αυτός πάρα πολύ. Θέλω να πω μια ιστορία όχι όταν είμαι στα φώτα, αλλά όταν βρίσκομαι στο σκοτάδι. Θέλω να πω στον κόσμο τις πιο αναπάντεχες και τις πιο απρόβλεπτες ιστορίες. Εμένα μου αρέσουν οι ιστορίες που δημιουργούν μία αίσθηση στο κοινό που θα το ξαφνιάσει. Γι’ αυτό και επέλεξα να ανεβάσω τώρα τον «Άσχημο». Πιστεύω ότι έχει τέτοια μονοπάτια που σε κάνουν πράγματικά να αναρωτιέσαι τι είναι αυτό που βλέπεις.

Η υπόθεση της παράστασης «Ο Άσχημος»

«Ο Άσχημος» είναι ένα σύγχρονο και σημαντικό έργο του Marius Von Mayenburg. Στην ουσία παρακολουθούμε έναν χαρακτήρα, ο οποίος μαθαίνει μετά από πολλά χρόνια πως είναι άσχημος. Δεν του έχει πει ποτέ κανείς. Όταν θέλει να πουλήσει ένα διακόπτη, δεν τον αφήνουν να πάει και όταν εκείνος αναρωτιέται για ποιο λόγο, τότε του λένε πως είναι άσχημος. Εκείνος ξαφνιάζεται και ρωτάει τη γύναικα του αν είναι πράγματι άσχημος, όπως ισχυρίστηκαν οι συνάδελφοί του και εκείνη του απαντάει με φυσικότητα: «Νόμιζα ότι το ήξερες». Μετά από αυτό, αποφασίζει να  πάει σε έναν πλαστικό χειρούργο, για να αλλάξει το πρόσωπό του. Ο χειρούργος όταν τον βλέπει του λέει: «Όπως είσαι δεν μπορώ να κάνω τίποτα. Παρά μόνο να σου φτιάξω το πρόσωπο από την αρχή». Εκείνος δέχεται και όταν βγάζει τις γάζες είναι πανέμορφος. Η γυναίκα του τρελαίνεται μαζί του, καταφέρνει και πουλάει εκείνος τον διακόπτη και λόγω της ομορφιάς του γίνεται διάσημος. Ο γιατρός αρχίζει να «πουλάει» το πρόσωπό του σε άλλους άντρες, με αποτέλεσμα να αρχίζουν να κυκλοφορούν πολλοί με το ίδιο πρόσωπο.

Η ιδέα του συγγραφέα και οι προεκτάσεις που έχει αυτή η ιστορία είναι πολλές. Όπως τι είμαστε, πως αντιλαμβανόμαστε τον εαυτό μας, πως θέλουν οι άλλοι να είμαστε και τι θα γίνει αν εμείς τελικά πάμε προς αυτή την κατεύθυνση και αλλάξουμε τον εαυτό μας. Ποιο είναι αυτό το όριο που πρέπει να βάλεις στον εαυτό σου αλλά και αν υπάρχει επιστροφή σε αυτή τη διαδικασία. Μπορεί να χάσεις τον εαυτό σου μέσα σε ένα σύστημα, το οποίο ζητά τα πάντα. Ένα άκρως καπιταλιστικό σύστημα, χρηματοκεντρικό, που σου ζητά να ξεπουλήσεις στην ουσία τον ίδιο σου τον εαυτό για το κέρδος.

Θέλω ο κόσμος, παρακολουθώντας το έργο να ενθουσιαστεί. Ο ενθουσιασμός, σου δημιουργεί εφορία και μέσα από αυτόν μπορείς να κάνεις περαιτέρω σκέψεις. Να αντιληφθεί το κοινό τους συμβολισμούς. Αυτό είναι το υπέρτατο στο θέατρο: Το κοινό να καταλαβαίνει τους συμβολισμούς και όχι απλά να αναρωτιέται τι σημαίνουν.

Πρέπει να έχεις το σωστό υλικό για να σε εμπνέει κάτι. Και αυτό το έργο έχει αυτό το καλό, μου έχει δώσει φοβερή έμπνευση. Κάθε φορά που πάω στην πρόβα, οι ιδέες πέφτουν βροχή. Είναι ένα έργο που είναι γραμμένο έτσι, που σου δίνει τη δυνατότητα να δημιουργήσεις κι άλλα πράγματα. Δεν κλωτσάει τις ιδέες, έχει την ικανότητα να τις απορροφάει. Ειλικρινά, έχω ευχαριστηθεί όλη αυτή τη διαδικασία.

Η ομορφιά είναι εισιτήριο και ένα πολύ μεγάλο πράγμα στη ζωή. Αλίμονο σε αυτούς που δεν τη βλέπουν! Μπορεί κάποιος να τη χρησιμοποιήσει για διάφορους σκοπούς, αλλά το ίδιο το μέσο δεν φταίει. Ο Ερμής του Πραξιτέλη δεν φταίει που είναι πανέμορφο άγαλμα. Τώρα αν κάποιος το χρησιμοποιήσει και βάλει εισιτήριο για να το δει ο κόσμος, αυτό είναι άλλο πράγμα. Η ομορφιά είναι αγαθό και το θέμα είναι ποιος και πως την εκμεταλλεύεται. Την ομορφιά, δεν μπορούμε να την καταδικάσουμε. Πρέπει να την έχουμε στη ζωή μας. Όπως και τους όμορφους ανθρώπους αλλά και τις όμορφες ψυχές…

Μπορεί να συμβεί και κάποια καλή ψυχή να «καταδικαστεί» λόγω της ομορφιάς, αλλά πιστεύω πως αν είναι πραγματικά καλή, η ομορφιά περνά σε άλλο επίπεδο. Τότε έχουμε να κάνουμε με τη γοητεία του ανθρώπου. Η ομορφιά έχει να κάνει με τη συμμετρία, ενώ η γοητεία έχει να κάνει και με το λάθος. Αν η ψυχή έχει γοητεία, έχει και ύλη…

Ο στόχος του για το θέατρο Tempus Verum

Ο στόχος μου είναι να αντέξω, να μπορώ να βρίσκομαι εκεί, να έχω ένα χώρο που να μπορώ και εγώ ο ίδιος να δραστηριοποιούμαι, αλλά και να φιλοξενώ και άλλους ανθρώπους. Ονειρεύομαι ένα θέατρο που είναι δικό μου, αλλά θέλω να το χαίρονται και οι άλλοι. Να υπάρχει μία συλλογικότητα από τις ομάδες που φιλοξενούνται εκεί και κάποιοι να βρουν έναν τόπο έκφρασης και μέσα σε αυτούς να είμαι και εγώ. Με γεμίζουν πολλά πράγματα σε αυτή τη δουλειά, όχι μόνο ένα. Σίγουρα πάντα σε γεμίζει η ανταπόκριση του κόσμου. Να βλέπεις ότι δεν πάει χαράμι αυτό που κάνεις. Μετά είναι μικρές στιγμές, όπως μερικά καλά λόγια που είναι αρκετά για να συνεχίσεις να κάνεις αυτό που κάνεις.