Εμμανουέλα Αλεξίου: «Το θέατρο είναι μαγεία»

Δώσαμε ραντεβού στο καφέ της «Αθηναΐδας» το βράδυ της περασμένης Τετάρτης. Με περίμενε με χαμόγελο και υπομονή στο πιο απόμακρο τραπέζι –το κρυφό- όπως μου είχε πει στο τηλέφωνο και αρχίσαμε την κουβέντα. Από τότε που θυμάται τον εαυτό της έστηνε παραστάσεις στην πολυκατοικία για όλους τους ενοίκους. Λίγο αργότερα, άρχισε να αποτυπώνει σε χαρτί σκέψεις, φανταστικούς διαλόγους και να γράφει σκετσάκια για τους φίλους της. Ήταν καλλιτέχνης πριν ακόμα αντιληφθεί τη σημασία της λέξης! Η ηθοποιός, συγγραφέας και σκηνοθέτης Εμμανουέλα Αλεξίου ανοίγει την καρδιά της και μας αποκαλύπτει τα πάντα για τη ζωή, την καριέρα της και το θέατρο.

Ήμουν παιδάκι τεσσάρων ετών, έβγαινα στις σκάλες της πολυκατοικίας και έπαιζα διάφορα. Φώναζα τους γείτονες να με δουν, έκανα σόου. Επίσης, έβλεπα ελληνικές ταινίες και ύστερα έπαιζα τις σκηνές. Με τον αγαπημένο μου παππού πήγαινα συχνά στο σινεμά και οι γονείς μου με πήγαιναν στο θέατρο. Είδα την πρώτη μου παράσταση στο “Θέατρο Τέχνης” σε ηλικία έντεκα ετών. Θυμάμαι μία φορά ήμουν μικρό παιδάκι και είχα πάει στο θέατρο “Παρκ” για να δω τη Ρένα Βλαχοπούλου! Παραπάτησα και έπεσα από τα σκαλιά και βγαίνει η Βλαχοπούλου έξω να με σηκώσει και να μου δώσει πορτοκαλάδα. Πριν να έχω συνείδηση είχα παρουσιάσει την τάση να ασχοληθώ με αυτό το πράγμα και όταν μεγάλωσα και με ρώτησαν για πρώτη φορά τι θα κάνω στη ζωή μου, είπα ότι θέλω να γίνω ηθοποιός. Παράλληλα, έγραφα. Το έκανα για τον εαυτό μου, χωρίς να έχω φανταστεί ότι θα το κάνω επάγγελμα. Ήμουν πάντα με ένα μολύβι και ένα χαρτί. Έγραφα μια ιστορία που μου ερχόταν, έναν διάλογο, μάζευα τους φίλους μου και έκανα σκετσάκια. Επαγγελματικά το έκανα για πρώτη φορά το 1995. Ήμουν στην ιδρυτική ομάδα του πρώτου stand-up comedy στην Ελλάδα που έκανε η Λουκία Ρικάκη τότε με τις «Νύχτες κωμωδίες». Την επόμενη χρονιά έπαιζα σε ένα σήριαλ στον ΑΝΤ1 το «Σαμπουάν», το έγραφε η Ρένα Ρίγγα και κάποια στιγμή ζήτησε έναν σεναριογράφο να συνεργαστεί. Τότε -πολύ δειλά- είπα ότι κι εγώ γράφω. Μου είπε να ετοιμάσω ένα επεισόδιο, το οποίο παίχτηκε κατευθείαν και έτσι ξεκίνησα. Οκτώ χρόνια αφού τελείωσα τη σχολή και δούλευα ως ηθοποιός, ήρθε και η συγγραφή.

Η αφίσα της παράστασης Κυρία Ιουλία που παίζεται στο θέατρο «Αθηναΐς» κάθε Δευτέρα και Τρίτη στις 21.30.

H Κυρία Ιουλία

Το 2012 ήμουν σε ένα τραπέζι με μία παρέα γυναικών. Εκεί γνώρισα τη Μάρω Μπουρδάκου. Πάνω σε μία κουβέντα περί κρίσης, μία φίλη ηθοποιός από τη Θεσσαλονίκη μας λέει “παιδιά σας έχω τη δουλειά του μέλλοντος”. Μου είπε, λοιπόν, ότι στην πόλη της ένας επιχειρηματίας είχε φέρει στο μαγαζί του το γνωστό glory-hole, την τρύπα στον τοίχο. Όπως μας εξηγούσε όλες γελούσαν και τους λέω “αυτό είναι ωραίο θέμα για θεατρικό έργο”. Λίγες ημέρες αργότερα, μίλησα ξανά με τη Μάρω και αποφασίσαμε να γράψουμε το έργο. Έτσι ξεκίνησε, εντελώς τυχαία. Ό, τι περιγράφεται μέσα στο έργο έχει να κάνει με την ελληνική πραγματικότητα. Ξεκινάει από το παρελθόν της ηρωίδας, από την εποχή του Πολυτεχνείου. Η Κυρία Ιουλία είναι ένας άνθρωπος που τον χαρακτηρίζει η αγάπη για τη ζωή, η έλλειψη προκαταλήψεων και κάθε μορφής ρατσισμού, η ανιδιοτέλεια. Είναι ένας απελευθερωμένος άνθρωπος και αυτό που περνάει στο τέλος είναι η αποδοχή της διαφορετικότητας των ανθρώπων. Το έργο μιλάει για την αγάπη. Στην παράσταση πρωταγωνιστούν οι Γιώργος Γιαννόπουλος, Μαρία Γεωργιάδου και Ρίνος Τζάνης. Με τον Γιώργο είμαστε φίλοι εδώ και 30 χρόνια, από τότε που ήμασταν συμφοιτητές στην σχολή. Γνωριζόμαστε πολύ καλά, τον καταλαβαίνω. Είναι ωραίο να συνεργάζεσαι με ανθρώπους που έχεις περάσει μία ζωή μαζί. Η Μαρία Γεωργιάδου ήταν πρωταγωνίστρια στο πρώτο θεατρικό που έγραψα το 2010, το «Όπως Θέλμα και Λουίζ», ξέρω τη δυναμική της και τους κώδικές της. Είμαι ευτυχής που δουλεύουμε ξανά μαζί. Από την άλλη, με τον Ρίνο δεν γνωριζόμασταν. Μου τον πρότεινε για τον ρόλο της Λόλας ο Μίνως Θεοχάρης. Βλέποντάς τον κατάλαβα αμέσως ότι είναι αυτό που ψάχνω. Αγάπησε τρομερά τον ρόλο, δόθηκε με την ψυχή του χωρίς καμία αναστολή και κανέναν φόβο.

Νιώθω δικαιωμένη, ευτυχισμένη και ευγνώμων για το βραβείο που πήραμε από την UNESCO για το έργο. Επίσης, νιώθω μεγάλη ευθύνη. Όταν αναγνωρίζεται το έργο σου έχεις την ευθύνη το παρακάτω να είναι ισάξιο. Γίνεσαι πραγματικά πιο υπεύθυνος σε αυτόν που σε επιβράβευσε, είτε είναι το κοινό, είτε η κριτική. Θα μπορούσε η “Κυρία Ιουλία” να μας συντροφεύει πολλά χρόνια και πιστεύω ότι έχει όλες τις προϋποθέσεις να γίνει. Βέβαια, πιστεύω παράλληλα ότι τα πράγματα έρχονται με έναν σοφό τρόπο και δεν θέλω να τα τραβάω. Θέλω να έρχονται.

Η Λόλα και η Μίνα Ορφανού

Ο ρόλος της Λόλας γράφτηκε πάνω στη Μίνα Ορφανού με την οποία είμαστε φίλες. Όταν τη γνώρισα με εντυπωσίασε η προσωπικότητά της, έτσι όταν μπήκαμε στην διαδικασία να γράψουμε την Ιουλία, την είχα στο μυαλό μου για τον ρόλο της τρανσέξουαλ, ο οποίος αντιμετωπίστηκε με αγάπη και ευαισθησία. Δεν είναι η καρικατούρα που θα περίμενε κάποιος, γι’ αυτό έπρεπε αυτός που θα τον ενσαρκώσει να δει τον πυρήνα. Δεν επέλεξα τη Μίνα για να ενσαρκώσει τη Λόλα γιατί ήθελα έναν άνθρωπο που κάνει έναν ρόλο και όχι έναν άνθρωπο που θα φέρει τον εαυτό του. Η Μίνα με βοήθησε να καταλάβω την ουσία και “το ζόρι που τραβάει” όπως λέει και η Λόλα στο έργο. Η ουσία στους ήρωες πάντα είναι το ζόρι τους.

Η συγγραφή, η σκηνοθεσία και η τηλεόραση
Η ανάγκη της έκφρασης με οδήγησε στη συγγραφή όταν ήμουν παιδί. Επειδή είμαι μοναχοπαίδι δεν είχα μέσα στο σπίτι κάποιον αδελφό ή αδελφή να εκφράζομαι. Έτσι, ό,τι δεν ήθελα να πω στους δικούς μου, το έγραφα. Μία ανάγκη για επικοινωνία ήταν και σίγουρα συνεχίζει να είναι. Τώρα γίνεται τελείως επαγγελματικά, γιατί εδώ και τέσσερα χρόνια έγραφα καθημερινά για τηλεοπτικές σειρές. «Ρουά ματ», «Δίδυμα φεγγάρια», «Ο άντρας των ονείρων μου» και παλιότερα «Λόλα», «Κάρμα» και άλλα πολλά. Πάντα έχω τη διάθεση μέσα από το γράψιμο κάτι να επικοινωνήσω. Έχω γράψει ένα καινούργιο θεατρικό, το οποίο το συζητάμε για την επόμενη σεζόν. Από την τηλεόραση έκανα μία παύση φέτος για να μπορέσω να κάνω την «Κυρία Ιουλία» και τώρα είμαι στη διαδικασία να ξαναμπώ στη συγγραφή μίας σειράς.

Απελευθερωτική οργάνωση Κλάιν Μάιν, που γράψαμε μαζί με την Μάρω Μπουρδάκου, σκηνοθέτησε η Πέμη Ζούνη και πρωταγωνίστησα εγώ μαζί με τους Γιώργο Χρανιώτη, Χάρη Ασημακόπουλο, Βαλέρια Κουρούπη, Γιάννη Δρακόπουλο και Θάνο Λέκκα. Παίχτηκε δύο χρόνια στο El Convento Del Arte.

Αν ανεβάσουμε ξανά φέτος την «Απελευθερωτική οργάνωση Κλάιν Μάιν» που κάναμε στο θέατρο El Convento del Arte για δύο χρόνια, θα ξαναπαίξω γιατί ήταν μία ομάδα δεμένη που θέλω να ξαναβρεθώ μαζί τους στην σκηνή. Το έργο το έχω γράψει εγώ μαζί με τη Μάρω Μπουρδάκου και έπαιζα έναν από τους επτά ρόλους. Όταν έγραψα το έργο «Όπως Θέλμα και Λουίζ», η μία πρωταγωνίστρια, η Άννα Αδριανού μου είπε “γιατί δεν το σκηνοθετείς κιόλας;” Και είπα στον εαυτό μου “γιατί όχι;” Στο έργο έπαιζαν η Άννα Αδριανού, η Μαρία Γεωργιάδου και ο Γιάννης Ζουγανέλης στο βίντεο. Το έκανα με πολύ χαρά και κέφι και ομολογώ ότι μου άρεσε πάρα πολύ εκείνη η πρώτη απόπειρα. Κατάλαβα ότι είναι μία άλλη λειτουργία η σκηνοθεσία. Είναι η δική σου ματιά, τα δικά σου φίλτρα, το δικό σου όραμα, το δικό σου όνειρο.

Όπως η Θέλμα και η Λουίζ,, το πρώτο έργο που έγραψα και σκηνοθέτησα, όπου πρωταγωνιστούσαν η Άννα Αδριανού, η Μαρία Γεωργιάδου και ο Γιάννης Ζουγανέλης από βίντεο.

Εκτός από τα δικά μου έργα, σκηνοθέτησα μαζί με τον εξαιρετικό Τάκη Χρυσικάκο το «Αναφορά στον Γκρέκο» του Καζαντζάκη που παίζεται με μεγάλη επιτυχία. Ξέρεις με τον σκηνοθέτη τι συμβαίνει; Του αποκαλύπτεται το κείμενο, πράγμα που του ηθοποιού δεν του συμβαίνει. Ο σκηνοθέτης για να βγάλει το νόημα και να αποδώσει το κείμενο είναι σαν να «τα λέει» με τον συγγραφέα. Είναι πολύ μαγικό. Η τηλεόραση είναι ένα μέσο τεράστιο, το οποίο κατευθύνει κοινωνίες. Αγαπώ την τηλεόραση γιατί τον Νοέμβριο του 1989 που άνοιξε το Mega, η πρώτη μέρα ήταν η μέρα των «Αυθαίρετων».

Οι Αυθαίρετοι, η πρώτη μεγάλη επιτυχία μου -ως ηθοποιός- στο Mega, σε σενάριο Βασίλη Νεμέα και σκηνοθεσία Νίκου Κουτελιδάκη.

Όπως καταλαβαίνεις μου χαρίστηκε μία τηλεόραση μοναδική με αξέχαστες σειρές. Μπήκα στην καλύτερη εποχή της. Το αγαπώ σαν μέσο, όμως έχει αλλοιωθεί. Γίνεται μία στροφή προς τη μυθοπλασία, όχι όμως με τον τρόπο που γινόταν παλιά. Δεν υπάρχουν και τα χρήματα για να υποστηριχθεί. Επειδή δεν υπάρχουν χρήματα, οι εκπτώσεις είναι πολλές και εκεί λίγο… διστάζω. Γι’ αυτό και οι επιλογές μου ως προς τις συνεργασίες μου έχουν γίνει πολύ προσεκτικά. Δούλευα με τη Βάνα Δημητρίου, με τον Αντρέα Γεωργίου και τον Κούλλη Νικολάου, ήταν προσεγμένες δουλειές και ασφαλείς. Δεν το λέω εύκολα το “ναι”, περισσότερο για να προστατεύσω την ψυχή μου από αγωνίες, απογοητεύσεις και στενοχώριες. Γιατί δικαίωμα στην αποτυχία έχουμε όλοι… Στενοχωρήθηκα πολύ με το Mega. Ήταν το πρώτο κανάλι, από εκεί βγήκα. Είχε μία ποιότητα στις σειρές του. Έδωσε τη δυνατότητα σε ανθρώπους να δημιουργήσουν ωραίες σειρές. Πικραθήκαμε με την κατάληξη και για τους ανθρώπους που έμειναν στον δρόμο και για το κανάλι που δεν υπάρχει πια.

Άγιο είχαμε, το πρώτο δικό μου σήριαλ στο Star, με πρωταγωνιστές τον Απόστολο Γκλέτσο και τον Χρήστο Χατζηπαναγιώτη. Ο Γκλέτσος έκανε έναν δημοσιογράφο τύπου Χατζηνικολάου, παρουσιαστή του κεντρικού δελτίου ειδήσεων ενός μεγάλου σταθμού και εγώ έπαιζα την διευθύντρια του σταθμού.

Το θέατρο και οι ταμπέλες
Το θέατρο είναι ένα πολύ μεγάλο κομμάτι της ζωής μου. Το αγαπώ πολύ και ως δημιουργός και ως θεατής. Η ζωντανή ανταλλαγή ενέργειας των ηθοποιών με το κοινό, αυτή η άμεση αποδοχή είναι μαγικό πράγμα. Είναι μία Λειτουργία, έχει μία μυστικιστική ταυτότητα αυτό το πράγμα που συμβαίνει μέσα στο θέατρο. Και ως ηθοποιός θεωρώ ότι έχω εισπράξει από το θέατρο μαγικές στιγμές και ως σκηνοθέτης όταν είμαι κάτω και βλέπω την παράσταση επίσης τις εισπράττω. Το θέατρο είναι μαγεία, είναι σχολείο, εκπαίδευση. Με τις ταμπέλες έχω πάρα πολύ κακή σχέση. Δεν υπάρχουν στο θέατρο ταμπέλες. Ο Μάρκος Σεφερλής -για παράδειγμα- που είναι ένας εκπρόσωπος του εμπορικού θεάτρου, είναι ένας εξαιρετικός -κατά την άποψή μου- ηθοποιός που μπορεί να τον δεις αύριο να παίζει σε ένα άλλου τύπου έργο και να πάθεις σοκ. Όπως το πάθαμε με τον Στάθη Ψάλτη. Νόμιζαν δηλαδή οι άνθρωποι ότι είναι απλά ένας κωμικός της επιθεώρησης, αλλά εκείνος ήταν κάτι πολύ περισσότερο. Γι’ αυτό δεν θέλω τους διαχωρισμούς. Όταν έχεις να δώσεις, έχεις ταλέντο και υπηρετείς τον χώρο σου σωστά, τίμια και δίνεσαι σε αυτό, σε ακολουθεί το κοινό και του κάνεις καλό.

Η ελληνική κοινωνία και οι φιλίες
Πιστεύω ότι ο φόβος έχει κάνει την ελληνική κοινωνία να πάει προς τα πίσω. Γιατί κάποτε ήταν πολύ μπροστά, γι’ αυτό το παγκόσμιο τζετ σετ την δεκαετία του ‘70 ερχόταν να κάνει τις διακοπές του στην Ελλάδα γιατί υπήρχε η περίφημη φιλοξενία, η οποία δεν είχε καμία παρωπίδα. Δηλαδή η Μύκονος που ήταν ένα νησάκι των Κυκλάδων άνοιξε τις πόρτες και την αγκαλιά της σε κάθε είδους διαφορετικό πλάσμα χωρίς καμία προκατάληψη από πολύ νωρίς. Ο Έλληνας είχε μια βαθιά ελευθερία στο DNA του. Όλο αυτό που μας συμβαίνει σήμερα βασίστηκε πάνω στον φόβο που δημιουργήθηκε από την αρχή της κρίσης μέχρι σήμερα. Η Ελλάδα ζει πολύ δύσκολα, ο Έλληνας της μεσαίας τάξης και κάτω από αυτή περνάει πολύ δύσκολα και αυτό στρέφει με ένα τρόπο τον έναν εναντίον του άλλου. Αυτή είναι η δική μου γνώμη. Όσο για το αν υπάρχουν φιλίες στον χώρο μας, ο χώρος της υποκριτικής τέχνης είναι σίγουρα ένας ανταγωνιστικός χώρος. Η δουλειά μας είναι δύσκολη. είμαστε πολλοί και θα δουλέψουν λίγοι. Από κει και πέρα όμως είναι θέμα ανθρώπου. Εγώ στη ζωή μου έχω φιλίες αιώνιες. Συγκεκριμένα στη φιλία μου με τον Γιώργο Γιαννόπουλο έπαιξε ρόλο ότι ήμαστε μαζί από τη σχολή. Και με άλλους συμφοιτητές μου είμαστε φίλοι όπως με τον Λάμπη Λιβιεράτο, με την Γιολάντα Μπαλαούρα. Αγαπιόμαστε γιατί ξεκινήσαμε μαζί. Ακόμα, είμαι πάρα πολύ καλή φίλη και με την Ισαβέλλα Βλασιάδου, με την οποία δουλέψαμε μαζί στους Αυθαίρετους το 1989-1991 και είμαστε φίλες μέχρι σήμερα. Πιστεύω ότι είναι θέμα ανθρώπων το να ταιριάξουν, να έχουν την ίδια οπτική. Δεν είναι εύκολο αλλά δεν είναι και ακατόρθωτο.

Δείτε το βίντεο της παράστασης ΕΔΩ