Κωνσταντίνος Πλεμμένος: «Μέσα από τη δουλειά εξελίχθηκα πολύ ως άνθρωπος»

Η σχέση του Κωνσταντίνου Πλεμμένου με την Τέχνη της υποκριτικής ξεκίνησε τυχαία μετά από προτροπή ενός φίλου του. Ο ηθοποιός αποκαλύπτει στο Theaternow.gr πόσο σημαντική είναι δουλειά του ενώ μας μιλά και για την παράσταση που πρωταγωνιστεί «Το Βουνό – Ένα διήγημα του Τζούλιο» από Πέμπτη έως και Κυριακή στις 21.00 στο Bios.

Ξεκίνησα να ασχολούμαι με το θέατρο δέκα χρόνια πριν, όταν ήμουν 21 χρονών. Τότε ένας φίλος μου από το σχολείο είχε πάει στο «Θέατρο Αλλαγών» στην Ομόνοια και παρακολουθούσε σεμινάρια θεάτρου και αυτοσχεδιασμού κυρίως. Μου πρότεινε να πάω και έτσι ξεκίνησαν όλα. Εκείνη την περίοδο δεν είχα κάποιο σκοπό στη ζωή μου. Δούλευα στην εταιρεία του πατέρα μου που δεν μου άρεσε, είχα περάσει σε μια σχολή που δεν είχα πάει ποτέ. Οπότε, ήμουν ένα παιδί χωρίς στόχους και προσανατολισμό. Μέσα από το θέατρο άρχισα να βρίσκω το στόχο μου. Είδα πως με ενδιαφέρει, με γεμίζει και ότι όλα αυτά που ένιωθα σε πιο μικρή ηλικία και τις πληγές που είχα πως μπορούσα να τα εκφράσω στο θέατρο. Μετά από δύο-τρία χρόνια αποφάσισα να δώσω εξετάσεις στο Εθνικό. Όταν το είπα στους γονείς μου, θυμάμαι την αντίδραση του πατέρα μου που μου είπε πως παράλληλα με τη σχολή θα πρέπει να δουλεύω και στο βιβλιοδετείο. Πράγμα που δεν γινόταν λόγω χρόνου. Αν δεν περνούσα στο Εθνικό, που ήταν δωρεάν η φοίτηση, δεν θα μπορούσα να ασχοληθώ με το θέατρο γιατί δεν θα μου έδιναν χρήματα οι γονείς μου για να φοιτήσω σε κάποια ιδιωτική σχολή.

Η αλήθεια είναι πως δεν περίμενα να περάσω στο Εθνικό. Θυμάμαι όταν βγήκαν τα αποτελέσματα και διάβασα το όνομά μου στον υπολογιστή χτύπησα το χέρι μου στο τραπέζι και είπα: «Ναι, ρε γαμώτο». Έβγαλα ένα άχτι, γιατί ο πατέρας μου είναι μηδενιστής και μου είχε πει «Σιγά μην σε πάρουν στο Εθνικό», ένιωσα μία ικανοποίηση που τότε δεν μπορούσα να την εκφράσω με αγνή χαρά. Ένιωσα λίγο ότι τους απέδειξα τι μπορώ να κάνω. Όμως δεν χρειάζεται να αποδεικνύουμε πάντα. Καλύτερα να κάνουμε κάτι για να το χαρούμε απλά και ωραία. Αυτό το καταλαβαίνω τώρα, μετά από οκτώ χρόνια, που μπορώ πλέον να χαίρομαι για τις επιτυχίες μου χωρίς να χρειάζεται να αποδεικνύω τίποτα σε κανέναν. Το θέμα είναι να δουλεύουμε, να χαιρόμαστε και να βοηθάμε τον εαυτό μας. Φυσικά, όταν ανακοίνωσα στους γονείς μου πως πέρασαν στο Εθνικό έκλαιγαν από χαρά.

Το Εθνικό είναι ιδρυματισμός, γιατί βρίσκεσαι εκεί πάρα πολλές ώρες κατά την διάρκεια της ημέρας. Η ζωή σου είναι εκεί μέσα. Θυμάμαι έναν υπέροχο δάσκαλο που είχα και την τύχη να δουλέψω μαζί του, τον Ακύλλα Καραζήση, ο οποίος με βοήθησε πάρα πολύ σε πολλά θέματα μπλοκαρίσματος και εκφραστικότητας που είχα. Η Αμαλία Μπένετ, η χορογράφος και ο Φωκάς Ευαγγελινός με βοήθησαν, καθώς ήμουν ατσούμπαλος και δεν μπορούσα να κουνήσω το σώμα μου, την Χαρά Κεφαλά που μου έκανε τραγούδι. Είχα πολύ καλούς δασκάλους και ήμουν τυχερός. Και με τους συμμαθητές μου που στην αρχή είσαι ντροπαλός και στο τέλος καταλήγεις να συζητάς μαζί τους για πάντα. Να μιλάς για τους έρωτές σου, τους κρυφούς σου πόθους. Είναι μια ένωση που κάνεις με τα παιδιά εκεί που επειδή είστε τόσες ώρες μαζί, σου μένει αξέχαστη.

Η πρώτη μου δουλειά στο θέατρο ήρθε γρήγορα. Με είδε η Γεωργία Μαυραγάνη στις εξετάσεις που κάναμε στο Εθνικό και ζήτησε να πάω στην ακρόαση για μια δουλειά που ήταν για εφήβους και λεγόταν «Όχι αθώος πια». Γενικά έχω κοπιάσει για αυτή τη δουλειά. Μπορεί να δουλεύω κάθε χρόνο, αλλά δεν είναι πως καθόμουν και ερχόντουσαν οι δουλειές. Κόπιαζα… Και κιλά έχασα και γυμναστική έκανα και τραγούδι και διάβασα. Πριν μπω στη σχολή δεν ήξερα τίποτα. Όταν πέρασα ήξερα πρέπει να διαβάσω. Η δουλειά αυτή θέλει κόπο. Δεν νιώθω ότι θυσίασα πράγματα από την προσωπική μου ζωή για την υποκριτική. Τώρα που βλέπω τον εαυτό μου στο παρελθόν, ήμουν ένα παιδί που δεν είχε σκοπό στη ζωή του και μπήκε στο θέατρο και βρήκε σκοπό. Τελικά η προσωπική μου ζωή, όπως τη βλέπω πλέον, που μένω και μόνος μου τρία χρόνια εδώ στα Εξάρχεια, συνδυάζεται με τη δουλειά μου. Ό, τι σχέσεις και αν έχω κάνει ήταν με κοπέλες που μπορούσαν να θαυμάσουν την δουλειά μου και να συνδυαστούν με αυτήν. Η δουλειά αυτή, ειδικά ανάλογα την παράσταση, απαιτεί πολύ χρόνο από την προσωπική σου ζωή. Φέτος έπαιζα σε ένα παιδικό καθημερινά και πήγαινα και γυμναστήριο για να βγαίνει αυτή η παράσταση. Είχα ένα ρόλο που έτρεχε πάνω-κάτω. Αν θέλω να βγάλω την παράσταση και σωματικά και φωνητικά και ψυχικά θέλει πολλή δουλειά πέρα από την παράσταση. Δεν θεωρώ όμως πως θυσιάζω κάτι, γιατί μου αρέσει πολύ αυτή η προετοιμασία που χρειάζεται για να τα καταφέρεις. Δεν θα προτιμούσα ένα ταξίδι δέκα μέρες στην Ιταλία από το να χάσω μια δουλειά για τέσσερις μήνες. Προτιμώ τη δουλειά από την αναψυχή. Γιατί για μένα είναι και αναψυχή η δουλειά.

Μέσα από τη δουλειά εξελίχθηκα πολύ ως άνθρωπος. Κι άμα θέλω να συνεχίσω να παίζω, πρέπει να εξελίσσομαι και όχι να βαριέμαι τη ζωή. Ας πούμε του χρόνου για τις ανάγκες μιας παράστασης θα πρέπει να μάθω κιθάρα. Εγώ θα τη μάθω, όχι ο ρόλος. Μπορώ, επίσης, να σου πω ότι έχω ενηλικωθεί μέσα από την δουλειά. Δηλαδή, άμα κάτι δεν πετύχει ή κάτι δεν γίνει καλά στη δουλειά ή μια σχέση με έναν άνθρωπο τελειώσει, είμαι πια ψύχραιμος απέναντι στην οποιαδήποτε δυσκολία και πιο ώριμος για να την αντιμετωπίσω.

Το γέλιο για πολύ καιρό ήταν ο μηχανισμός μου για να κρύβω πληγές. Ευτυχώς τώρα εδώ και κανά δυο χρόνια που έχω αρχίσει και ασχολούμαι περισσότερο με τον εαυτό μου και κάνω και ψυχοθεραπεία αρχίζει να βγαίνει ένα γέλιο πιο βαθύ και πιο πραγματικό όταν χαίρομαι με κάτι. Είναι πιο χαλαρό και πιο ουσιαστικό. Το γέλιο είναι πολύ σημαντικό στη ζωή. Αν δεις τον εαυτό σου, όταν γελάς κουνιέται όλο το σύστημα, όλη η αναπνοή αλλάζει, το οξυγόνο πηγαίνει παντού. Είναι πολύ σημαντικό όσο και τα δάκρυα για να εκτονωνόμαστε.

H παράσταση «Το Βουνό: Ένα διήγημα του Τζούλιο»

Είναι η πιο σκοτεινή και η πιο μαύρη παράσταση που έχω παίξει. Είναι το σενάριο για κάποιους ανθρώπους που γνωρίζουν πως θα πεθάνουν και πηγαίνουν στα βουνά με την γνώση πως θα πεθάνουν αλλά συνεχίζουν γιατί ελπίζουν σε ένα θαύμα να γεμίσουν με χαρά και ευτυχία μέσα τους. Αλλά η ιστορία δείχνει πως δεν έχουν καμία ελπίδα. Υπάρχει ματαιτότητα και σεναριακά και σκηνοθετικά. Η παράσταση είναι ένα δύσκολο στοίχημα και για να την παρακολουθήσεις θέλει ανοιχτή διάθεση. Σε αφήνει με ερωτηματικά στο τέλος. Είναι μια δύσκολη παράσταση και είναι από τα πιο σκοτεινά και ζοφερά πράγματα που έχω παίξει.

Αν ξεχώριζα κάτι από την μέχρι τώρα πορεία μου αυτό θα ήταν η εμπειρία που είχα στην μικρή Επίδαυρο με την Μητρόπολη που ήταν κομμάτια από κείμενα από Αρχαίες τραγωδίες, γιατί εκεί έπαιξα μαζί με τον αδερφό μου τον μικρό. Όταν τελείωνε το έργο έλεγε ένα μικρό κείμενο στη νοηματική. Ακουγόντουσαν τα τζιτζίκια, ήταν πίσω η θάλασσα, το φεγγάρι και το θέατρο ήταν γεμάτο και τις δύο μέρες. Ήταν μια φοβερή στιγμή.