Φέτος, βρίσκεται στο τιμόνι της σκηνοθεσίας στην παράσταση «Leopold ή κόβοντας τα δάχτυλα του κοινού». Ο λόγος για τη Μαρία Τσομπανάκου, η οποία μιλά στο Theaternow.gr, για το έργο του Θανάση Τριαρίδη που επέλεξε να ανεβάσει στη σκηνή του θέατρου «Άβατον».

Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, όταν με ρωτούσαν «Τι θέλεις να γίνεις όταν μεγαλώσεις;», απαντούσα «Ηθοποιός». Δεν έβλεπα τηλεόραση, με ενδιέφερε το θέατρο. Να βρίσκομαι εκεί, σε αυτόν τον χώρο. Τελειώνοντας το σχολείο, σπούδασα χρηματοοικονομικά στην Καλάματα και όταν τελείωσα, το 2013, αποφάσισα να μπω στη σχολή. Το όνειρό μου ήταν να γίνω ηθοποιός, αλλά μπαίνοντας στον χώρο, αντιλήφθηκα πολύ γρήγορα ότι κάτι δεν μου πήγαινε καλά. Δεν μπορούσα να λειτουργήσω σε αυτό 100% και έτσι αποφάσισα να ασχοληθώ με τη σκηνοθεσία. Ήθελα να βρίσκομαι στο θέατρο, να δημιουργώ, όχι όμως πάνω στη σκηνή, αλλά από κάτω. Στην σκηνοθεσία βρήκα περισσότερα πράγματα στο κομμάτι της δημιουργίας, όπως το να διαβάζω ένα έργο και να το ονειρεύομαι, να φτιάξω ένα χώρο που θα ανεβαίνει το έργο, τους ρόλους, όλη αυτή τη διαδικασία.

Όταν δημιουργήσαμε την ομάδα «ex.anima», με τη Βασιλική Κούλη και τη Μαίρη Ξένου, συζητήσαμε με ποια θέματα θέλουμε να ασχοληθούμε, τι μας αφορά. Ένα από τα πρώτα λοιπόν, είναι ο ρατσισμός και αυτή την εποχή ψάχναμε ένα έργο που να αφορά αυτό το θέμα. Διάβαζα περισσότερο ξένους συγγραφείς, αλλά τυχαία έπεσε στα χέρια μου το έργο του κύριου Θανάση Τριαρίδη, «Leopold ή κόβοντας τα δάχτυλα του κοινού». Διαβάζοντάς το, είδα ότι μιλάει για ένα πραγματικό ιστορικό γεγονός, αλλά κατάλαβα ότι αυτό είναι η αφορμή για να φέρει στην επιφάνεια όλα αυτά τα προβλήματα. Δηλαδή, ο κ. Τριαρίδης φέρνει έναν δολοφόνο στην ιστορία του, αλλά μέσα από αυτόν μιλάει για όλους τους δολοφόνους όλα αυτά τα χρόνια. Αυτό είναι που μας άρεσε. Επίσης, μου άρεσε πάρα πολύ και ο ρόλος που έχει δημιουργήσει, ο οποίος δεν έρχεται απλά για να αφηγηθεί το γεγονός αλλά έχει και μια ολόκληρη ιστορία πίσω του. Αυτό ήταν πολύ δημιουργικό για εμάς.

Ο κύριος Τριαρίδης έχει σκιαγραφήσει κάπως τα πράγματα στον ρόλο. Εγώ αποφάσισα να κάνω τον ρόλο λίγο πιο ακραίο, γιατί ακραία είναι όλα όσα συνέβησαν τότε και συμβαίνουν ακόμα. Είδα μέσα στο ρόλο, τους ανθρώπους που βλέπουμε περπατώντας στο δρόμο και μιλάνε μόνοι τους, φωνάζουν, κι αν δεν τους προσπεράσεις λέγοντας τους «τρελούς», θα ακούσεις αλήθειες. Αυτό είδα και προς αυτή τη μέρια πήγα… Η ηρωίδα μιλάει από την αρχή και ζητά ειλικρίνια και δικαιοσύνη. Το πώς αντιλαμβάνεται όμως κανείς την ειλικρίνια και την δικαιοσύνη διαφέρει. Είναι πολύ όμορφος, αν και ακραίος ο τρόπος της, καθώς κρύβει μέσα αγάπη για τον άνθρωπο. Μπορεί δηλαδή βλέποντας τον ρόλο και αυτά που ζητάει να πούμε «και εγώ τι να κάνω;». Όμως ο ρόλος έρχεται να σου απαντήσει τι μπορείς να κάνεις, αν αγαπάς εσένα και τον συνάθρωπό σου.

Για μένα, μπορούμε να αλλάξουμε τα πάντα αρκεί να θέλουμε. Ακόμα ένας λόγος που ανεβάζω αυτό το έργο είναι γιατί κάθε μέρα, σε κάθε πρόβα που κάναμε, αισθανόμουν όλο και πιο λίγη για το τί κάνω. Μόνο μιλάω. Αυτή η διαδικασία ήταν σαν αυτομαστίγωση. Επηρεάστηκα από το έργο και από τις πρώτες κιόλας μέρες. Επειδή το έργο μιλάει κατά βάση για το καουτσούκ και πως ήρθε στην Ευρώπη, άρχισα να συνειδητοποιώ πόσο εύκολη κάνει τη δική μου τη ζωή αυτό το προϊόν και συνεχίζω να το χρησιμοποιώ γιατί δεν μπορώ να κάνω αλλιώς.

Μαζί με την ομάδα μου, θέλουμε να προχωρήσουμε και όνειρό μας είναι, προς το παρόν, να συνεχίσουμε να ανεβάζουμε διάφορα έργα που μας αρέσουν και μας αγγίζουν. Στη συνέχεια, αν μπορούν να απορροφηθούν οι ηθοποιοί της ομάδας μου από μεγάλυτερους σκηνοθέτες, θα είναι μεγάλη μου χαρά. Όπως και εγώ να μπορέσω να σκηνοθετήσω άλλους ηθοποιούς. Προς το παρόν θέλουμε να βρούμε λίγο και τον δρόμο μας, γιατί είναι η δεύτερή μας δουλειά…

Διαβάστε την υπόθεση εδώ.