Έχοντας το θράσος και την αλαζονεία της ηλικίας των 19 ετών, ο Φίλιππος Σοφιανός αποφάσισε να δώσει εξετάσεις στο Εθνικό θέατρο, όπου και πέρασε με υποτροφία. Ο ηθοποιός, εξομολογείται στο Theaternow.gr, τι θυμάται από τα φοιτητικά του χρόνια, αν θυσίασε πράγματα από την προσωπική του ζωή για χάρη της δουλειάς του, ενώ μας μιλά για την παράσταση το «Τάβλι», που πρωταγωνιστεί κάθε Τετάρτη και Πέμπτη στις 21.00, στο FAUST. 

Στα 19 μου χρόνια προετοιμαζόμουν για να μπω στο Φυσικό. Τυχαία όμως, παρακολούθησα την πρόβα μιας θεατρικής παράστασης και θεώρησα ότι εγώ μπορώ να το κάνω καλύτερα από αυτούς. Έτσι, πήρα την απόφαση, με το θράσος και την αλαζονεία της ηλικίας και έδωσα εξετάσεις στο Εθνικό. Να σκεφτείς, ούτε με προετοίμασε κανείς για να δώσω εξετάσεις, ούτε τίποτα, ρώτησα απλά τι χρειάζεται. Οι εξετάσεις στο Εθνικό είναι πολύ σκληρές. Δίνουν οκτακόσιοι άνθρωποι, περνάνε οι σαράντα και στη συνέχεια οι δέκα. Τελικά πέρασα με υποτροφία. Μπαίνοντας στη δραματική σχολή, άλλαξε η ζωή μου ολόκληρη, άλλαξε το σύμπαν. Έγινε κάτι εντελώς καινούργιο.

Από τα φοιτητικά μου χρόνια, θυμάμαι τα μπισκότα – κρακεράκια Παπαδοπούλου, τα οποία ήταν η καθημερινή μας τροφή, γιατί πηγαίναμε στο θέατρο από τις 11.00 το πρωί για να κάνουμε πρόβες και φεύγαμε στις 23.00 το βράδυ. Δώδεκα ώρες κάθε μέρα. Πρόλαβα την παλιά σχολή του Εθνικού, που ήταν στην Μενάνδρου, με διευθυντή τον Μινωτή. Ήταν η Αρώνη, η Χατζηαργύρη, ο Κόκοβιτς. Είχε μια άλλη αίγλη τότε. Πέρασα το 1977 και τότε υπήρχε το κλίμα της μεταπολίτευσης, όπου ήταν τα διοικητικά συμβούλια στους συλλόγους των φοιτητών, εμπλοκές, φασαρίες… Παράλληλα με τη σχολή, έπαιζα μουσική σε μια μπουάτ στην Πλάκα. Μόλις τελείωνα το μάθημα, πήγαινα εκεί μέχρι τις 05.00-06.00 το πρωί για να βγάλω το χαρτζιλίκι. Το καλύτερο που έχεις να θυμάσαι από εκείνα τα χρόνια, είναι και το άρωμα της παρέας. Ήμασταν μια συμμορία 14-15 ανθρώπων του θεάτρου, που ζούσαμε μια τεράστια ανεμελιά, χωρίς χρήματα και χωρίς να μας λείπουν αυτά και ήμασταν πανευτυχείς. Σε αντίθεση με το σήμερα, που αν λείπουν στα παιδιά τα λεφτά είναι πολύ δυστυχισμένα. Αυτό πιστεύω ότι οφείλεται στην κουλτούρα. Στο θέμα του σπιτιού, πως έχεις μάθει, πως έχεις μεγαλώσει. Αν έχεις μάθει να ζεις με το ελάχιστο ή αν έχεις μάθει στην χλιδή. Στην περίπτωση που είσαι σχεδόν από το μηδέν, βρίσκεις τρόπο να το διασκεδάζεις, να επιβιώνεις και να δημιουργείς, γιατί αυτό είναι όλο το θέμα, να είσαι παραγωγικός. Εμείς, εκείνη την εποχή, μαζευόμασταν και πέρναμε μακαρόνια από την ΕΒΓΑ της γειτονιάς, βάζαμε λίγο κέτσαπ πάνω και αυτό ήταν για εμάς τελετουργεία ποιητών. Το βλέπαμε ότι έτσι κάνουν οι μποέμ, οι μεγάλοι ποιητές, οι αρτίστες. Περνούσαμε υπέροχα…

Από την πρώτη φορά που ανέβηκα στη σκηνή, μέχρι και σήμερα αισθάνομαι το ίδιο. Δεν έχει αλλάξει τίποτα. Έχω το ίδιο άγχος, το ίδιο φοβερό τρακ και την ίδια τρομερή αγωνία, για το αποτέλεσμα και για το τι ανταπόκριση θα έχει το έργο από το κοινό. Αν θα περάσουν στους θεατές τα πράγματα που εγώ καταλαβαίνω και αν θα μπορέσω να τα μοιραστώ με τους ανθρώπους που είναι από κάτω. Πάντα αυτό είναι πολύ μεγάλο ζήτημα για μένα. Εμείς κάνουμε αναγνώσεις, δουλεύουμε, βασιζόμαστε πάνω σε μία ιδέα, αν αυτή η ιδέα όμως δεν ταξιδέψει στην πλατεία, άμα δεν συγκινείς, δεν κάνεις θέατρο. Πρέπει να συγκινήσεις για να νιώσεις αυτή την ηδονή της σκηνής που είσαι πάνω και ξεκουνάς τα αισθήματα του άλλου από κάτω.

Η ίντριγκα της δουλειάς, για μένα, είναι ότι σε αντίθεση με πάρα πολύ κόσμο και πολλά επαγγέλματα, η επαγγελματική διαστροφή των ηθοποιών είναι να ζούμε τις ζωές των άλλων. Μπορώ να κάνω ένα διάλειμμα από τον σκληρό ενεστώτα τον δικό μου, από το σκληρό παρόν. Μπορώ να παίξω τον Ριχάρδο Γ’ και για δύο ώρες, να είμαι ο απόλυτος βασιλιάς της Αγγλίας. Με ιντριγκάρει το ότι έχω την δυνατότητα για μικρό χρονικό διάστημα, να κάνω ένα διάλειμμα από τη δύσκολη ζωή που διανύω. Όχι να γίνεται συνέχεια αυτό γιατί μετά αναλαμβάνει ο ψυχίατρος.. Μπαίνεις στο ρόλο, παραμυθιάζεσαι, χάνεσαι τελείως, σκέφτεσαι όπως ο ρόλος, αισθάνεσαι όπως ο ρόλος, λειτουργείς όπως ο ρόλος, χαίρεσαι όπως ο ρόλος και αντιλαμβάνεσαι τον κόσμο όπως τον αντιλαμβάνεται ο ρόλος. Αυτό είναι κίνητρο για μένα και πάντα ήταν λυτρωτικό. Είναι η παράμετρος που με κρατάει ισορροπημένο ψυχολογικά.

Τις δυσκολίες τις αντιμετώπιζα πάντα με χιούμορ και με μια αίσθηση αυτοσαρκασμού. Έγινα σχετικά πολύ γρήγορα πρωταγωνιστής. Δεν κουράστηκα, δεν μου πήρε χρόνο να περάσω από τρίτους ρόλους, δεύτερους ρόλους, στην συνέχεια να αναγνωριστώ και κάποτε να μου δοθεί η ευκαιρία να γίνω πρωταγωνιστής, μετά από δεκαπέντε χρόνια. Έγινε «Το Μινόρε της αυγής», το οποίο έχτισε πρωταγωνιστές. Έβγαλε τον Καταλειφό, τον Καφετζόπουλο, τον Κιμούλη, ήταν η φουρνιά που βγήκαν πρωταγωνιστές από την τηλεόραση. Αυτό ήταν μία εύνοια της τύχης, το αναγωρίζω, πήγαν καλά τα πράγματα. Τον πρώτο καιρό, το πιο δύσκολο πράγμα, ήταν τα «όχι» που έλεγα και όχι τα «ναι». Υπήρχε υπερπροσφορά, υπερζήτηση. Οι δυσκολίες ήρθαν αργότερα… Όταν ωριμάζει ένας άνθρωπος και αρχίζει και παίρνει τα πράγματα πιο σοβαρά, το θέατρο πιο σοβαρά και τον ρόλο του. Τότε προέκυψαν διάφορα ζητήματα επάρκειας. Δηλαδή είμαι σε θέση να το κάνω αυτό; Οι δυσκολίες ήταν κυρίως με τον εαυτό μου. Με τα κριτήρια και τα όρια που έθετα εγώ στον εαυτό μου. Στα πλαίσια που έβαζα ότι εδώ σε παίρνει να κινηθείς, ενώ εδώ όχι. Και το πιο δύσκολο κομμάτι ήταν ότι δεν υπηρέτησα σε Κρατικά θέατρα, ούτε σε δημοτικά ή περιφερειακά. Δεν είχα επαφή με το δημόσιο χρήμα. Άρα είχα την ιερή αγωνία του εισιτηρίου. Πράγμα που σήμαινε πως αν δεν είσαι καλός, του χρόνου δεν θα σε ζητήσει κανείς. Ήταν ζήτημα ζωής και θανάτου. Ήταν ζήτημα επιβίωσης. Είναι αυτό που διακρίνει τους ηθοποιούς των Κρατικών θεάτρων, από αυτούς του ελεύθερου θεάτρου. Αν και τώρα, όπως έχει γίνει το Εθνικό, για ένα χρόνο είσαι καλυμμένος, μετά ένας Θεός ξέρει. Αλλά αυτή την αγωνία, δεν την έχει κανένας κλάδος, ότι δύο ή και τρεις φορές τον χρόνο είσαι σε αναζήτηση εργασίας και δεν μπορείς να δημιουργήσεις εσύ την δουλειά σου. Πρέπει κάποιος να σε σκεφτεί και να κάνει κάτι που να σε περιλαμβάνει. Τώρα, όσο περνάει ο χρόνος βέβαια, αυτό δεν μπορεί να συνεχιστεί. Τώρα επειδή μεγαλώσαμε, πρέπει εμείς να κάνουμε προτάσεις και εμείς να δημιουργούμε προϋποθέσεις. Αυτό είναι ένα δύσκολο και επίπονο πράγμα πολύ. Το έχω κάνει, μου έχει κοστίσει, το έχω ξανακάνει μου έχει ξανακοστίσει.

Την τηλεόραση την αγαπώ και τη σέβομαι, με την έννοια ότι έχει τεράστια δύναμη. Είναι ένα πολύ ισχυρό μέσο. Σε ένα θέατρο αν σημειώσεις επιτυχία, άντε να κάνεις 16.000 εισιτήρια σε ένα χρόνο. Στην τηλεόραση, σε εικοσιπέντε λεπτά σίριαλ, μπορεί να σε δουν 2.000.000 τηλεθεατές. Είναι πολύ άδικο αυτό που συμβαίνει, γιατί πραγματικά ο ηθοποιός στην τηλεόραση δεν δίνει τον καλύτερο του εαυτό, γιατί έχει την προχειρότητα, την πίεση του χρόνου και τα πράγματα είναι φασόν. Στην τηλεόραση, δεν χρειάζεται να είσαι ηθοποιός για να παίξεις, γιατί δεν υπάρχουν ερμηνείες. Υπάρχει απομνημόνευση, κάποιος πρέπει να λέει τα λόγια με έναν υποφερτό τρόπο και τελειώνει η ιστορία. Αν προσέξεις τα μάτια των ηθοποιών, στην τηλεόραση είναι κενά, δεν υπάρχει τίποτα μέσα. Και εγώ το έχω κάνει αυτό, να αρθώνω κάποια λόγια ενός αδιάφορου σενάριου. Παλιότερα, που ήταν προσεγμένες οι παραγωγές, τα σίριαλ κέρδιζαν πολύ μεγάλο μερίδιο τηλεθέασης. Τώρα έχει θολώσει λίγο το τηλεοπτικό τοπίο αλλά είναι το επακόλουθο μιας γενικότερης κρίσης. Ωστόσο, βλέπεις ότι η τηλεόραση έχει ακόμα την δύναμη να αναδεικνύει προσωπικότητες και ας μην το έχουν τόσο πολύ. Ενώ στο θέατρο, δεν ξεγελάς κανέναν αν δεν είσαι γεμάτος ενέργεια, αν δεν έχεις δουλέψει, δεν έχεις κάνει σκληρές πρόβες, μέχρι να ανακαλύψεις πράγματα που είναι βαθιά κρυμμένα… Οπότε καταλαβαίνεις ότι η τηλεόραση είναι υποδεέστερη ως προς την τέχνη του ηθοποιού. Εγώ αυτό που λέω στα νέα παιδιά είναι πως αυτό που βλέπουν στην τηλεόραση είναι άλλο πράγμα. Αν θέλουν να δουν έναν ηθοποιό ή τι σημαίνει ηθοποιία να πάνε στο θέατρο.

Τηλεοπτικά, από τις καλύτερες στιγμές, ήταν η σειρά «Η πρόβα του νυφικού» και η συνεργασία με τον Κουτσομύτη. Εκεί ήταν η αίσθηση πια ότι είχαμε υπερβεί τα όρια της τηλεόρασης. Κάναμε δουλειά. Ο Κουτσομύτης έδινε τον χρόνο στους ηθοποιούς να κάνουν πρόβες. Ήταν δάσκαλος, ήταν γενναιόδωρος, δεν τον ένοιαζε ο χρόνος που κυλούσε, δεν έκανε τηλεόραση για να βγάλει λεφτά αλλά για την τιμή του ονόματός του και το απέδειξε. Εύχομαι να ξαναφτάσει η τηλεόραση σε αυτά τα επίπεδα. Να έχεις σκηνοθέτες να κάνουν τέτοιες δουλειές, όπως ο Κουτσομύτης και ο Μανουσάκης. Μανιακοί άνθρωποι με τη δουλειά, δοσμένοι σε αυτή.

Στην αρχή της καριέρας μου, στο θέατρο, είχα έναν πολύ σκληρό δάσκαλο τον Φασουλή, ο οποίος πραγματικά μου έμαθε πράγματα και με προφύλαξε από πάρα πολλά άλλα. Η επαφή μου με την ελεύθερη σκηνή τότε, ήταν καθοριστικής σημασίας για τις μετέπειτα επιλογές μου. Από τις θεατρικές μου συνεργασίες ξεχωρίζω το έργο «Ματωμένος Γάμος», με τον Αλέξανδρο Δαμιανό και την παράσταση «Ένας υπηρέτης» στο Προσκήνιο που είχα τολμήσει να γίνω παραγωγός, σκηνοθέτης και πρωταγωνιστής. Ήταν μια πολύ σπουδαία παράσταση αλλά ανέβαινε την περίοδο που καιγόταν η Αθήνα με τον Αλέξη Γρηγορόπουλο και γινόταν χαμός και καταποντιστήκαμε. Όμως η παράσταση ήταν συγκλονιστική. Ήταν από τα πιο ώριμα και πιο ωραία πράγματα που έχω κάνει στη ζωή μου. Θυμάμαι γόνιμες στιγμές, γόνιμες συνεργασίες, ωραίους συνδυασμούς, ωραίες συγκυρίες. Μαζεύονταν κάποιοι άνθρωποι πολύ σπουδαίοι και όλη αυτή η σπουδαιότητα απλωνόταν και τότε ερχόταν η πολυπόθητη καλλιέργεια.

Η δουλειά μου είχε πάντα προτεραιότητα. Έχω θυσιάσει πάρα πολλά. Κυρίως έχω λείψει πολύ από τα παιδιά μου λόγω δουλειάς και αυτό είναι μια ενοχή που τη σέρνω. Αλλά αυτή η δουλειά δεν σου δίνει ρεπό, δεν σου δίνει διακοπές, δεν μπορείς να λείψεις μια μέρα. Πρέπει να είσαι εκεί πάντα. Και δυστυχώς αυτό σημαίνει ότι αν δουλεύεις πολύ, ακούγεσαι πολύ και αυτό έχει ένα τίμημα: δεν ιδιωτεύεις. Εγώ αυτό το ιδιωτεύω το κράτησα πάρα πολύ. Αυτοί είναι προσωπικοί δρόμοι, τρόποι, θέμα χαρακτήρα και θέμα ωρίμανσης. Διαφορετικά αντιμετώπιζα τα Μedia όταν ήμουν πιτσιρικάς και αλλιώς τώρα. Σκέφτομαι πολύ διαφορετικά.

Είμαι της θεωρίας πως ό, τι συμβαίνει, γίνεται για κάποιο λόγο. Τώρα εντελώς υποθετικά αν είχα κάτσει στη Γαλλία τότε που έκανα μια ταινία το 1982 και είχα μείνει να εκπληρώσω τις υποχρεώσεις μου σε ένα συμβόλαιο που είχα υπογράψει με τον Αλέν Ρενέ, μπορεί να είχε αλλάξει η ζωή μου ολόκληρη. Όμως έπαθα μια φοβερή κρίση νοσταλγίας και τα παράτησα όλα και γύρισα πίσω. Αυτό ήταν ένα πράγμα που μπορώ να σκεφτώ ότι αν είχε γίνει, η ζωή μου θα ήταν εντελώς άλλη. Όμως όλα έγιναν για κάποιο λόγο και καλώς καμωμένα είναι. Δεν έχω παράπονο, μια χαρά μου έχουν πάει τα πράγματα.

Η παράσταση «Το Τάβλι»

Ο Δημήτρης Κεχαϊδης έχει γράψει ένα πολύ σπουδαίο και βαθύ έργο με ψυχογράφημα του νεοέλληνα. Εν έτη 1972, δυο μεσήλικες προς τη δύση της ζωής τους είναι ακόμα στην απέξω και προσπαθούν να συλλάβουν μια ιδέα για να βγάλουν χρήματα. Επειδή, ας πούμε, οι μαύροι πεινάνε στην Αφρική να πάρουν ένα καράβι, να βάλουν ένα αρνάκι μέσα, να το ψήσουν και φτάνοντας εκεί, να το μυρίσουν εκείνοι να μπούνε μέσα και να τους πουν πως αν έρθουν στην Ελλάδα θα τρώνε τέτοιο φαγητό και στην ουσία να τους βάλουν να δουλέψουν. Αυτές οι συλλήψεις, αυτός ο σουρεαλισμός δεν έχει σταματήσει να ισχύει για τη σημερινή Ελλάδα, απλά οι κλίμακες έχουν αλλάξει. Υπάρχουν καποια διαπλεκόμενα συμφέροντα και τα λεφτά μαζεύονται στα χέρια όλο και πιο λίγων ανθρώπων. Όλο και περισσότεροι άνθρωποι γίνοντα πιο φτωχοί. Σε αυτό το πράγμα ο Νεοέλληνας αντιστέκεται με διάφορες εναλλακτικές λύσεις: φοροδιαφεύγει, βγάζει πλαστά τιμολόγια. Αυτό που εισφέρει στο κράτος ο Έλληνας πολίτης σε καμία περίπτωση δεν το παίρνει πίσω όπως το παίρνει ο Νορβγηγός ή ο Σουηδός. Αλλά αυτό το περίεργο DNA που υπάρχει και που έχει κυκλοφορήσει στην Ευρώπη και μας θεωρούν λίγο λαμόγια, είναι βαθιά ελληνικό πράγμα. Το να παρακολουθήσει κανείς αυτό το έργο σήμερα είναι είτε σαν αφύπνιση, είτε σαν μνήμη από το παρελθόν. Έχει κάτι το οποίο ο Έλληνας το αναγνωρίζει και ξέρει ότι αυτό είναι η ρίζα του κακού. Αν καταφέρει να το πολεμήσει αυτό, ίσως δούμε άσπρη μέρα.

Οι Έλληνες είμαστε γεμάτοι αυτάπατες. Δεν έχω δει κανέναν Έλληνα να είναι ρεαλιστής. Αυταπάτη είναι ότι πιστεύουμε ότι είμαστε ο περιούσιος λαός αλλά δεν είμαστε.

Η καλύτερη ζαριά στη ζωή μου είναι τα τρία μου παιδιά. Τρεις φορές εξάρες. Είναι εξαιρετικά πλάσματα. Νομίζω ό, τι έχω τραβήξει, έχω κάνει, όποια ταλαιπωρία έχω υποστεί αξίζει μόνο και μόνο γι’ αυτά τα παιδιά. Νομίζω ότι όσα κάνουν οι άνθρωποι, είναι γιατί θέλουν μια καλύτερη ημέρα, για τα παιδιά τους.

Διαβάστε την υπόθεση του έργου εδώ.