Η Χρύσα Παπά φέτος συμμετέχει στην «Λωξάντρα» υποδυόμενη την Κλειώ. Μαζί με την ηρωίδα της θα ταξιδέψει το καλοκαίρι ανά την Ελλάδα για μία μεγάλη περιοδεία της παράστασης. Η ηθοποιός μιλώντας στο Theaternow.gr μας εκμυστηρεύεται πότε και πως αποφάσισε να ασχοληθεί με το θέατρο, εάν η πορεία της μέχρι σήμερα ήταν δύσκολη αλλά και πότε κατά την ίδια μία παράσταση είναι επιτυχημένη.

 

Πότε και πώς αποφάσισες να ασχοληθείς με την υποκριτική;

Ασυνείδητα από πολύ μικρή κάπου στο δημοτικό ξεκίνησα. Μου άρεσε και κάτι μου δημιουργούσε μία έλξη σε όλο αυτό. Συμμετείχα σε παιδικές και σχολικές παραστάσεις. Έπαιρνα θυμάμαι κοστούμια και πράγματα για τα σκηνικά από το σπίτι μου. Αυτό όταν ήμουν περίπου 7 ή 8 χρονών, πολύ μικρή. Συνειδητά ξεκίνησα να ασχολούμαι στο γυμνάσιο. Τότε διάβαζα πάρα πολύ και κάποια στιγμή πήγα στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Αμπελοκήπων στον τομέα του θεάτρου. Ως τότε δεν είχα διαβάσει ποτέ θέατρο, ούτε είχα αυτές τις προσλαμβάνουσες από την οικογένειά μου. Άρχισα να διαβάζω θέατρο και μαγεύτηκα από τα βιβλία. Μετά, στην τρίτη γυμνασίου είδα την παράσταση «Ηλέκτρα» του Σοφοκλή και δεν θα την ξεχάσω ποτέ. Εκείνη τη στιγμή ένιωσα μία έντονη καψούρα, ήταν ο πρώτος μου έρωτας το θέατρο. Δεν είχα κανένα ερέθισμα, δεν με πήγαιναν οι γονείς μου θέατρο και γενικώς δεν άκουγα για καλλιτεχνικά πράγματα από την οικογένειά μου και το περιβάλλον μου. Ήταν κάπου μέσα μου. Μέχρι τα 15 μου ασχολούμουν ασυνείδητα με αυτό, απλώς μου έβγαινε. Από εκεί και έπειτα είπα ότι με αυτό θέλω να ασχοληθώ. Στην πρώτη λυκείου ένας καθηγητής ήθελε να κάνει μία παράσταση και πήρα έναν ρόλο, ήταν η πρώτη μου παράσταση. Στα 18 έδωσα εξετάσεις στο Υπουργείου πολιτισμού, ταυτόχρονα με το Πανεπιστήμιο που σπούδαζα, και πέρασα στη δραματική σχολή στη Θεσσαλονίκη.

Νιώθεις πως αυτός ο κλάδος σου καλύπτει κάποια ανάγκη;

Στο θέατρο με γεμίζουν πολλά πράγματα αλλά αυτό που με εξιτάρει είναι η διαδικασία της δημιουργίας ενός ρόλου, ενός συνόλου και ενός παραμυθιού. Γιατί στην ουσία είτε στο θέατρο είτε στην τηλεόραση δημιουργούμε ένα παραμύθι.

Τι συναισθήματα έχεις όταν είσαι πάνω στη σκηνή;

Όταν βρίσκομαι πάνω στη σκηνή νιώθω ευτυχία και ελευθερία. Το θέατρο για εμένα σημαίνει ελευθερία και έρωτας. Το ζητούμενο από ένα σημείο και μετά για κάποιον που κάνει αυτό το επάγγελμα δεν είναι μόνο ότι το κάνει γιατί το ήθελε από όταν ήταν μικρός, αλλά το ότι συνεχίζει να το κάνει.

Θα μπορούσες να κάνεις και κάτι άλλο;

Ναι θα μπορούσα. Μου αρέσουν πολλά άλλα πράγματα απλά αυτό μου αρέσει πάρα πολύ, δε δυσκολεύομαι. Έχω πολλά ενδιαφέροντα στη ζωή μου αλλά εδώ νιώθω ένα συναίσθημα που δεν μπορώ να το προσδιορίσω ακριβώς. Τον έρωτα και την ελευθερία που νιώθω στο θέατρο ίσως δεν το νιώθω τόσο πολύ κάπου αλλού. Χτυπάει η καρδούλα μου γι’αυτό. Αλλά ανά διαστήματα κάνω κι άλλα πράγματα και όχι καταναγκαστικά.

Ήταν δύσκολος ο δρόμος αυτός μέχρι στιγμής;

Δεν ήταν εύκολη η πορεία μου έως σήμερα αλλά έχω υπάρξει πολύ τυχερή. Από τότε που ήρθα στην Αθήνα άρχισα με κόπο να μοιράζω βιογραφικά και προέκυψαν δουλειές. Ήταν λοιπόν ένας συνδυασμός για εμένα. Δεν ήταν εύκολος ο δρόμος αλλά δεν μπορώ να τον χαρακτηρίσω και δύσκολο. Είμαι αρκετά δουλευταρού.

Θα μπορούσε κάποιος που δεν είναι δουλευταράς να υπάρχει στο χώρο με μεγάλη διάρκεια;

Όχι, είμαι σίγουρη πως όχι. Όπως πιστεύω πως δεν θα μπορούσε να το κάνει κάποιος μόνο και μόνο για οικονομικούς λόγους. Πριν μερικά χρόνια ίσως. Τώρα όχι.

Ένιωσες κάποια στιγμή να μετανιώνεις που διάλεξες αυτό το επάγγελμα;

Δεν έχω μετανιώσει ποτέ. Ωστόσο κάποιες στιγμές έχω σκεφτεί μήπως να κάνω κάτι άλλο. Όλοι το έχουμε περάσει αυτό νομίζω.

Ποια είναι η μεγαλύτερη ανταμοιβή για εσένα;

Η μεγαλύτερη ανταμοιβή για εμένα κυρίως στο θέατρο είναι όταν συγκινώ ανθρώπους. Εκτός από την ρεαλιστική ανταμοιβή που είναι οι βιοποριστικοί λόγοι που μπορώ να πληρώσω τα έξοδά μου, για να είμαστε ρεαλιστές και να πατάμε στα πόδια μας. Πέρα όμως από αυτό, η ανταμοιβή μου είναι όταν μπορώ να συγκινώ ανθρώπους και ιδανικά να συμβαίνει κάτι καλό στον κόσμο. Πιστεύω πως μέσα από αυτή τη δουλειά μπορούμε να αλλάξουμε τον κόσμο. Κάθε παράσταση δίνει τα δικά της μηνύματα. Ένας άνθρωπος όταν φύγει από μία παράσταση και του έχεις δημιουργήσει μία συναισθηματική μετακίνηση εκείνος μπορεί να μετακινήσει έναν άλλο άνθρωπο με τη σειρά του. Και αυτό συνεχίζεται. Στην τηλεόραση είναι πιο δύσκολο να συμβεί γιατί υπάρχει απόσταση, αλλά συμβαίνει. Γενικώς γίνεται με την τέχνη αυτό. Το θέατρο και η τηλεόραση φυσικά είναι πιο λαϊκά θεάματα, σε σχέση με άλλες τέχνες που ίσως απευθύνονται σε περιορισμένο κοινό.

Διαχωρίζεις την τηλεόραση από το θέατρο;

Όχι δεν τα διαχωρίζω, μου αρέσουν και τα δύο πάρα πολύ. Ο έρωτας μου είναι το θέατρο και εκεί είναι οι σπουδές μου. Ωστόσο και η τηλεόραση δεν είναι καθόλου εύκολη. Θέλει πολλή δουλειά αν θέλεις να την κάνεις σωστά και να εξελίσσεσαι μέσα από αυτό. Το θέατρο είναι πιο δύσκολο γιατί είναι άλλοι κώδικες και είναι ζωντανός οργανισμός αλλά αυτό δεν σημαίνει πως η τηλεόραση είναι εύκολη.

Το χειροκρότημα του κόσμου έχει σημασία για εσένα;

Στο τέλος της παράστασης ναι, αλλά όχι στη διάρκεια. Μου δίνει μία επικοινωνία με τον κόσμο. Παρόλο που υπάρχει επικοινωνία σε όλη τη διάρκεια του έργου γιατί ένας ηθοποιός αντιλαμβάνεται την ενέργεια του κόσμου στην πλατεία και την ανάσα του θεατή. Το χειροκρότημα όμως είναι σαν κώδικας επικοινωνίας ανάμεσα στον ηθοποιό και τον θεατή.

Θυμάσαι κάποια παράσταση που θα σου μείνει για πάντα στην καρδιά σου;

Η αλήθεια είναι ότι έχω αγαπήσει όλες τις παραστάσεις που έχω συμμετάσχει. Το έργο όμως που έχω αγαπήσει ιδαίτερα είναι «Τα παιδιά ενός κατώτερου Θεού». Υποδυόμουν την Σάρα, μία κωφή κοπέλα και ήταν όλος ο ρόλος μου στη νοηματικά. Ήταν ένας αγαπημένος μου ρόλος, τον φέρνω συχνά στο νου μου, λόγω των μηνύματων που περνούσε και της δυσκολίας που είχε σαν ρόλος. Και γι’αυτό ήταν πολύ ευτυχής στιγμή για εμένα αυτή η παράσταση που κάναμε με τον Γιάννη Βούρο. Είχε μεγάλο βαθμό δυσκολίας και γνώρισα πολλά καινούργια πράγματα.

Πώς καταφέρνεις να προσεγγίσεις τον κάθε ρόλο;

Αναλύω πολύ τον ρόλο με τον σκηνοθέτη μου σε πρωταρχικό στάδιο και σιγά σιγά προσπαθώ να γνωριστώ με τον χαρακτήρα που υποδύομαι βουτώντας στα βαθιά, χωρίς να φοβάμαι. Στην ουσία ακολουθώ μία συναισθηματική διαδικασία.

Αυτό νομίζω το πετυχαίνετε όλοι οι ηθοποιοί στη «Λωξάντρα», η οποία ενώ έχει και κωμικές στιγμές στο τέλος της παράστασης νιώθει ο θεατής συγκινημένος…

Σε κάποιους ανθρώπους ξεσηκώνει μνήμες. Αλλά και κάποιοι άνθρωποι που δεν έχουν μνήμες ή καταγωγή από εκείνα τα μέρη, είναι βαθιά συγκινητικό γιατί χτυπά στην καρδούλα του Έλληνα. Ανεξάρτητα από την καταγωγή του καθενός.

Γιατί θα πρότεινες σε κάποιον να δει την «Λωξάντρα»;

Αξίζει κάποιος να δει αυτή την παράσταση γιατί εκτός του ότι θα περάσει καλά και θα γελάσει, μιλάει για την οικογένεια -όχι μόνο για τη βιολογική οικογένεια των ανθρώπων- αλλά και για την αγάπη. Για εμένα αυτό είναι το πιο σημαντικό. Η αγάπη είναι ένα διαχρονικό θέμα και η οικογένεια όσο και να δυσκολεύουν τα πράγματα όλοι την κρατάμε κοντά μας. Ο άνθρωπος πάντα αναζητά την αγάπη παντού.

Πότε πιστεύεις πως είναι επιτυχημένη μία παράσταση;

Για εμένα επιτυχημένη είναι μία παράσταση όταν είναι έντιμη. Όταν είναι αληθινή, όταν δεν προσπαθεί να δείξει κάτι άλλο και κάνει μία έντιμη κατάθεση, οτιδήποτε και εάν είναι αυτό. Ακόμη και εάν πρόκειται για μία φαρσοκωμωδία, μία επιθεώρηση. Για εμένα είναι πολύ σημαντικό αυτό. Ο κόσμος το καταλαβαίνει όταν συμβαίνει το αντίθετο. Παρόλο που στην εποχή που ζούμε και με τη διάβρωση των σχέσεων και των καταστάσεων, το ανέντιμο πουλάει πολύ και το δήθεν και η επιφάνεια των πραγμάτων. Και μπορώ να καταλάβω για ποιον λόγο συμβαίνει αυτό στην κοινωνία που ζούμε. Υπάρχουν θεάματα που είναι ανέντιμα και πουλάνε αλλά τα έντιμα αγγίζουν τον κόσμο.

Θα μπορούσες να είσαι μέρος μίας τέτοιας συνεργασίας;

Αυτή η δουλειά είναι λίγο σαν τον ιππόδρομο. Τζογάρεις σε ένα άλογο και μετά καταλαβαίνεις γιατί δεν πήγε καλά ή πήγε. Ποτέ δεν ξέρεις πως είναι μία δουλειά από την ώρα που στήνεται μέχρι την ώρα που θα παρουσιαστεί στον κόσμο. Οπότε θα σου απαντήσω πως δεν θα μπορούσα αλλά δεν είναι και κάτι που ξέρω από την αρχή. Είναι θέμα τύχης και συγκυριών.