Κάναμε μαζί ένα μικρό ταξίδι στο παρελθόν, στο οποίο η Νικολέτα Κοτσαηλίδου με μία γλυκιά νοσταλγία μοιράστηκε στιγμές από τα εφηβικά της χρόνια, ενώ αποκάλυψε πως πήρε την απόφαση να ασχοληθεί με την υποκριτική. Σήμερα η ίδια πρωταγωνιστεί στην παράσταση «Η Αφροδίτη με τη γούνα» στην οποία έχει κάνει τη μετάφραση και τη θεατρική απόδοση μαζί με τον συμπρωταγωνιστή της, Σπύρο Κυριαζόπουλο. Το συγκεκριμένο έργο, ήταν ο λόγος που ο ψυχίατρος ΚραφτΈμπινγκ καθιέρωσε τον όρο «μαζοχισμός», αναφερόμενος σε συμπεριφορές όμοιες με αυτές που περιέγραφε ο συγγραφέας με πρωταγωνιστές τον Σεβερίν Φον Κουζίμσκι και τη Βάντα Φον Ντουνάγιεφ.

Από μικρή ονειρευόμουν και ήθελα να γίνω ηθοποιός, αλλά δεν το συζητούσα με κανέναν. Είμαι από τη Θεσσαλονίκη και στην επαρχία επειδή δεν έχουμε τόσο πολύ επαφή με ό, τι έχει να κάνει με το θέατρο, πάντοτε συνδυάζουμε το επάγγελμα με το glamorousκομμάτι. Εγώ, όμως, όταν έλεγα ότι θέλω να γίνω ηθοποιός ονειρευόμουν θέατρο, ρόλους, Επίδαυρο. Δεν ήθελα να το συζητάω, γιατί ήξερα ότι θα καταλάβουν κάτι διαφορετικό κι ένιωθα ότι θα μου το «φτηνύνουν». Για μένα η υποκριτική ήταν από αυτά τα όνειρα που ξέρεις ότι δεν θα τα αγγίξεις ποτέ. Σαν παιδί αφιέρωνα πολύ χρόνο σε δραστηριότητες όπως το μπάσκετ, τις ξένες γλώσσες. Τις στιγμές που ήμουν μόνη μου φαντασιωνόμουν το θέατρο ως κάτι πολύ μακρινό. Όταν έφτασα πια στα 18 και ήρθε η στιγμή που έπρεπε να αποφασίσω τι θα κάνω με το μέλλον μου, τότε ένιωσα πως έπρεπε να το κουβεντιάσω με τους γονείς μου, οι οποίοι δεν ήθελαν ούτε να το ακούσουν. Εγώ επέμενα και προκειμένου να ησυχάσουν μου είπαν να σπουδάσω κάτι άλλο και αν πάρω πτυχίο και το θέλω ακόμα μπορούμε να το ξανασυζητήσουμε.

Η καρμική συνάντηση με τον Δημήτρη Καμπερίδη
Σπούδασα Πληροφορική και Τηλεπικοινωνίες. Όταν γύρισα πίσω στα 24 μου πια, βρέθηκε στον δρόμο μου και σε αυτόν χρωστάω ό, τι έχω κάνει, ο συγχωρεμένος Δημήτρης Καμπερίδης. Δεν τον γνώριζα. Έτυχε να βλέπουμε δίπλα – δίπλα μία παράσταση στο «Βασιλικό θέατρο». Μερικές φορές είναι πιο εύκολο να λέμε σε αγνώστους τις πιο βαθιές μας επιθυμίες κι έτσι πάνω στην κουβέντα, τού είπα ότι το όνειρό μου ήταν να γίνω ηθοποιός. Μου απάντησε πως λόγω της ηλικίας μου έχω μία και μοναδική ευκαιρία να δώσω εξετάσεις στις Κρατικές σχολές. Με παρακίνησε να το κάνω λέγοντας μου:«Τουλάχιστον κάντο για να μη μείνεις με την απορία».Τα λόγια του με έκαναν να αρχίσω να το σκέφτομαι. Η συνάντησή μας ήταν καρμική και το οφείλω σε εκείνον που μου άνοιξε τα μάτια. Ήταν σαν από μηχανής θεός, σαν φύλακας άγγελος. Ένας σπουδαίος άνθρωπος που ό, τι αλλαγή έχω κάνει στη ζωή μου και ό, τι ζω αυτή τη στιγμή το οφείλω σε εκείνον.

Ξεκίνησα ιδιαίτερα μαθήματα για να προετοιμαστώ σωστά για τις εξετάσεις. Δεν το κρατούσα κρυφό, αλλά δεν το κουβέντιαζα κιόλας. Θυμάμαι κάποια στιγμή με πετυχαίνει ο μπαμπάς μου στην είσοδο της πολυκατοικίας τρεις εβδομάδες πριν δώσω εξετάσεις για τις κρατικές σχολές. Με ρώτησε που πάω και τότε ήταν που του είπα ότι έχω μάθημα υποκριτικής. Δεν το περίμενε, γιατί δεν τον είχα προετοιμάσει. Εκείνη την περίοδο είδα τη ζωή μου μπροστά μου. Είδα ότι θα είμαι δυστυχισμένη ζώντας μπροστά από έναν υπολογιστή και ότι δεν θα το αντέξω. Παρόλο που είχα μια στρωμένη ζωή στη Θεσσαλονίκη, ετοιμαζόμουν για μεταπτυχιακό στην πληροφορική, εργαζόμουν ως βοηθός σε έναν εξαιρετικό άνθρωπο και καθηγητή του Αριστοτελείου Πανεπιστήμιου, τον Γιώργο Παπανικολάου. Έπρεπε να καθίσω να του εξηγήσω ότι πρέπει να παραιτηθώ και να αφήσω όλα τα σχέδια που είχαμε κάνει για να ακολουθήσω το μεταπτυχιακό του. Είχα βρει δουλειά σε τρία φροντιστήρια ως καθηγήτρια πληροφορικής. Και όταν έμαθα πως πέρασα στο Εθνικό, έπρεπε ξαφνικά να ενημερώσω και τους φίλους μου που οι περισσότεροι δεν ήξεραν τίποτα.

Ο πρώτος καιρός στην Αθήνα
Ένα χρόνο πριν κατέβω για τις σπουδές μου, είχα ζήσει για δυο μήνες στην Αθήνα. Συγκεκριμένα το 2004 που ήταν οι Ολυμπιακοί αγώνες, καθώς λόγω της σχολής δούλευα στο συνεργείο των Ολυμπιακών ως βοηθός οπερατέρ. Οπότε είχα δύο φίλες που είχα γνωρίσει. Όταν ήρθα στην Αθήνα για να σπουδάσω, είχα για αρκετό καιρό ένα περίεργο μούδιασμα. Ήμουν τρισευτυχισμένη, αλλά παράλληλα φοβόμουν να χαρώ, γιατί ένιωθα ότι από στιγμή σε στιγμή μπορεί κάτι να συμβεί και να μου «πάρουν» αυτό που ζω. Ήταν πολύ καλό για να είναι αληθινό. Ήμουν πάντα ένα χαρούμενο κορίτσι και φύσει αισιόδοξη. Οπότε ήταν όλα για μένα παιδική χαρά και λούνα παρκ. Το θετικό ήταν ότι μπήκα στο Εθνικό που βρίσκεσαι εκεί όλη μέρα και για αυτό δεν αργείς να κάνεις νέους φίλους. Βιώνεις τις ίδιες αγωνίες με άλλους 18 ανθρώπους και αποκτάτε πολύ σύντομα ένα κοινό κώδικα επικοινωνίας. Περιστοιχιζόμουν από κόσμο που είχαμε τις ίδιες αγωνίες και την ίδια χαρά.

Για μένα το θέατρο είναι η ζωή μου. Όλη μου η καθημερινότητα περιστρέφεται γύρω από το θέατρο. Από το πρωί που θα ξυπνήσω μέχρι να κοιμηθώ σκέφτομαι τη δουλειά μου, τους ρόλους μου, τα έργα. Όταν άρχισα τα τελευταία χρόνια να ασχολούμαι με τις μεταφράσεις και τώρα πρόσφατα με τη διασκευή νουβέλας για το θέατρο, δεν αισθανόμουν και δεν αισθάνομαι ποτέ ότι κάνω κάτι που είναι μακριά από το επάγγελμά μου που είναι ηθοποιός. Με ό, τι και να καταπιάνομαι η βασική μου δουλειά, αυτό που με κινητοποιεί στην καθημερινότητά μου είναι να είμαι πάνω στη σκηνή και να παίζω. Αγαπάω το θέατρο σε οποιαδήποτε μορφή του. Είτε αυτό σημαίνει ότι κάνω μία μετάφραση ή μία διασκευή, ακόμα και να βάψω ένα σκηνικό για να διευκολύνω την παράσταση.

Η ΑΦΡΟΔΙΤΗ ΜΕ ΤΗ ΓΟΥΝΑ & Ο ΕΡΩΤΑΣ
Είναι ένα πάρα πολύ ιδιαίτερο έργο, μία παρά πολύ ιδιαίτερη νουβέλα. Όταν την διάβασα πραγματικά εντυπωσιάστηκα με αυτή την ιδιαίτερη ιστορία έρωτα. Είναι μία ασυνήθιστη, αλλόκοτη και ακραία ερωτική ιστορία. Η ιδέα της διασκευής του συγκεκριμένου έργου δεν ήταν δική μου, αλλά του Σπύρου Κυριαζόπουλου που παίζουμε μαζί. Ο Σπύρος αποφάσισε ότι δύο μυαλά, θα κάνουν καλύτερη δουλειά. Έπειτα του πρότεινα να την μεταφράσω εγώ. Η συγκεκριμένη νουβέλα γίνεται θεατρικό πρώτη φορά παγκοσμίως.
Το έργο αναφέρεται σε έναν άνθρωπο που ερωτεύεται βαθιά μία γυναίκα και για να μην την χάσει από τη ζωή του, η σχέση τους εξελίσσεται με τέτοιο τρόπο που εκείνος φτάνει στο σημείο να της παραδοθεί άνευ όρων. Όταν φτάνεις στο σημείο να φοβάσαι συνεχώς ότι θα χάσεις τον άνθρωπο που λατρεύεις, τολμάς να αγγίξεις τα όριά σου ή και να τα ξεπεράσεις προκειμένου να μην τον χάσεις κι έτσι αφήνεσαι όλο και περισσότερο. Ο Σεβερίν είναι ένας άνθρωπος που έτσι κι αλλιώς μέσα στο μυαλό του, από ένα σημείο και μετά, η ηδονή και η οδύνη γίνονται ένα. Είτε ψυχικά είτε σωματικά. Μέσα από το έργο βλέπουμε πως αγγίζουμε ή ξεπερνάμε τα όρια μας για τον έρωτα σε μία ακραία μορφή του. Βλέπουμε πως γεννιέται ο μαζοχισμός σε έναν άνθρωπο.

Όσο κανονικός κι αν νομίζεις ότι είσαι, δεν γίνεται να μην ταυτιστείς σε κάποια σημεία της ιστορίας. Όλοι έχουμε μαζοχιστεί για τον έρωτα κάποια στιγμή. Όταν είσαι υπό το κράτος του έρωτα, η λογική δεν παίζει ρόλο. Προκειμένου να κρατήσεις έναν άνθρωπο στη ζωή σου είσαι ικανός να κάνεις τα πάντα. Και να ξεπεράσεις πράγματα και να δεις τις αντοχές σου ξανά και ξανά. Και παρόλο που πονάς και θα συνεχίσεις να πονάς για να τον έχεις στη ζωή σου, θα κάνεις πίσω στα θέλω, στις επιθυμίες και στις αρχές σου. Όταν είσαι ερωτευμένος αισθάνεσαι ότι δεν υπάρχει τίποτε άλλο πέρα από αυτό και ότι θα χάσεις την ίδια σου τη ζωή αν δεν υπάρχει εκείνος. Έτσι είσαι ικανός να κάνεις τα πάντα.


Και από την μεριά της Βάντα βλέπω πολλά πράγματα από τον εαυτό μου, γιατί όταν αγαπάς έναν άνθρωπο και σου ζητά να κάνεις πράγματα που εσύ δεν θέλεις, τότε ξεπερνάς τον εαυτό σου για να του κάνεις το χατίρι. Και αυτό κάποια στιγμή αρχίζει να σε εκνευρίζει και βγάζεις μία σκληρότητα που δεν περίμενες. Στην Βάντα αναγνωρίζω πολλές γυναίκες, όπως και μένα, που έχουμε πάντα την ελπίδα ότι αν κάτι δεν μας αρέσει στον σύντροφό μας, πιστεύουμε ότι θα καταφέρουμε να το αλλάξουμε. Έχουμε κάτι μητρικό πάντα μέσα μας. Θεωρούμε ότι η μητρότητα έχει να κάνει με το να ζυμώσουμε τον άνθρωπο που φέρνουμε στον κόσμο κι έτσι γίνεται και με τις σχέσεις. Τότε μπαίνεις σε ένα παιχνίδι για να αλλάξεις τον άλλον, να του κάνεις καψόνια για να καταλάβει πόσο λάθος είναι ο δρόμος που έχει ακολουθήσει και στο τέλος παγιδεύεσαι εσύ η ίδια, γιατί κανείς δεν στο ζήτησε. Στο τέλος γίνεσαι εσύ ένας άλλος άνθρωπος γιατί το έχεις πάρει σαν ένα προσωπικό σου στοίχημα και χάνεις τον εαυτό σου. Ταλαιπωρείς τον άλλον αλλά και εσένα και κάποια στιγμή στεγνώνεις έχοντας μπει σε μια διαδικασία για ένα στοίχημα που θα χάσεις.


Μέσα από αυτό το έργο σου γεννιούνται πολλά ερωτήματα για τον έρωτα, για το πώς λειτουργούν οι άντρες, οι γυναίκες, πως είναι στις σχέσεις. Για μένα ο έρωτας είναι κινητήριος δύναμη. Όσο λειτουργεί σωστά η μηχανή σου είναι κάτι μαγικό. Για αυτό άλλωστε και οι άνθρωποι κυνηγάμε τον έρωτα, γιατί σε εκτοξεύει στα ουράνια. Τα πράγματα δυσκολεύουν όταν κάτι μπλοκάρει τον μηχανισμό σου.