Η Χριστίνα Τσάφου έχει πρωταγωνιστήσει σε μερικές από τις πιο επιτυχημένες θεατρικές παραστάσεις αλλά και τηλεοπτικές σειρές κερδίζοντας τον σεβασμό των συναδέλφων της αλλά και του κοινού. Φέτος η ηθοποιός πρωταγωνιστεί στην παράσταση «Η Δασκάλα με τα χρυσά μάτια» στο θέατρο Βέμπο. Η ίδια μίλησε στο Theaternow.gr για αυτή τη συνεργασία αλλά και για τη ζωή της μέχρι σήμερα…

 

Πότε και πως σας γεννήθηκε η ανάγκη να ασχοληθείτε με την υποκριτική;
Ήμουν στην τετάρτη τότε γυμνασίου, 16 χρονών, και με κάποιες συμμαθήτριες κανονίζαμε να βλέπουμε κάποιες παραστάσεις στο θέατρο. Πήγαμε, λοιπόν, και είδαμε στο Θέατρο Κάππα τον Νίκο Κούρκουλο που είχε ανεβάσει ένα έργο του Μπρεχτ, το οποίο νομίζω λεγόταν «Ταμπούρλα τη νύχτα», και εκεί είπα ότι «Θέλω κι εγώ». Με συγκίνησε πάρα πολύ ο Κούρκουλος που πηγαινοερχόταν στη σκηνή, με τρομερή ενέργεια. Μέχρι τότε έλεγα ότι θέλω να γίνω τραγουδίστρια και άλλα τέτοια πράγματα.

Από εκεί και πέρα ποια ήταν τα δείγματα;
Δεν πήγα στη σχολή κατευθείαν μετά το σχολείο. Είχα λοξοδρομήσει λίγο για άλλους λόγους. Λίγο αργότερα πήγα στη σχολή του Θεάτρου Τέχνης και ήμουν τυχερή γιατί πρόλαβα τον Κάρολο Κουν και άλλα πολύ ωραία πράγματα. Το 1982 βγήκα από τη σχολή και από το πρώτο έτος πήγα στην Επίδαυρο με την παράσταση «Ορέστεια». Έπειτα ακολούθησαν κι άλλες παραστάσεις στην Επίδαυρο…

Τι αναμνήσεις έχετε από εκείνα τα χρόνια;
Έχω υπέροχες αναμνήσεις. Ήταν σχολείο μεγάλο, ήταν όλα μαγικά και τότε υπήρχε αυτή η μυσταγωγία που κατεβαίναμε στο υπόγειο για να κάνουμε παράσταση ή πρόβα. Υπήρχε το μαγικό αυτό που έλεγε και ο Κάρολος Κουν: «Αν δεν υπάρχει μαγεία, δεν υπάρχει θέατρο».

Αυτό σας συντροφεύει μέχρι σήμερα;
Πάντα θα με συντροφεύει. Δεν φεύγουν όλα όσα έμαθα στη σχολή και όσα άκουγα στις πρόβες. Aυτό το κομμάτι είναι σαν να το έζησα χθες.

Θυμάστε να σας είχε δώσει κάποια συμβουλή ο ίδιος ή κάποιος άλλος;
Όχι, γιατί εκεί μέσα μας έλεγαν πολλά πράγματα. Παραδίγματος χάριν μας έλεγαν: «Η Τέχνη φανταστείτε ότι είναι μία μικρή μπάλα που άλλος μπορεί να την μικρύνει και να την κάνει μία ψείρα και άλλος να τη κάνει μια μεγάλη μπάλα». Οι συμβουλές που μας έδωσαν κυρίως ήταν το ήθος και η πειθαρχία.

Πιστεύετε ότι τα νέα παιδιά που ξεκινούν, παίρνουν αυτές τις περγαμηνές από τις σχολές τους;
Είναι θέμα παιδιού, θέμα παιδείας, θέμα σπιτιού και οικογένειας. Υπάρχουν νέοι ηθοποιοί με ήθος και χαρακτήρα. Και αυτοί που μπορεί στη σχολή τους να μην έχουν την αυστηρότητα που είχαμε εμείς, την ψάχνουν και τη βρίσκουν μόνοι τους. Πάντα αν θέλεις να πάρεις κάτι θα το πάρεις. Πάντα θα υπάρχει ένας δάσκαλος στη σχολή που θα σε οδηγεί καλά.

Αν δεν υπάρχει το ήθος, μπορεί κάποιος να προχωρήσει;
Το έχουμε δει και αυτό. Το ταλέντο είναι συνισταμένη πολλών πραγμάτων. Στη ζωή του ο καθένας κάνει αυτό που θέλει.

Η ένταξη σας στον χώρο ήταν εύκολη ή δύσκολη;
Κοιτάξτε, επειδή εμείς ήμασταν μικροί, ήδη ξεκινάγαμε να δουλεύουμε μέσα στο Θέατρο Τέχνης. Εγώ απομακρύνθηκα από το θέατρο όταν έμεινα έγκυος. Μετά ήταν λίγο δύσκολο να ξανά πιάσω το νήμα. Πήγαινα σε οντισιόν, πήγα στον Ευαγγελάτο δούλεψα, πήγα Επίδαυρο και το ένα έφερε το άλλο. Έκανα 21 χρόνια θέατρο. Με ήξερε το συνάφι αλλά όχι ο κόσμος. Μετά ήρθε η τηλεόραση και έκανε τα πράγματα πιο εύκολα. 21 χρόνια, όμως, ήμουν στο σανίδι.

Αντιμετωπίσατε δυσκολίες;
Ανεργία. Υπήρχε σεζόν που είχα μείνει άνεργη αλλά είχα μία βάση, το σπίτι μου δηλαδή, όπου δεν θα μου χτύπαγε κανείς την πόρτα να μου πει «Δώσε το ενοίκιο» ή «Πλήρωσε το φως». Τα βασικά υπήρχαν. Διαφορετικά θα είχα αλλάξει επάγγελμα εννοείται.

Νιώσατε ανασφάλεια ή μετανιώσατε που επιλέξατε αυτή τη δουλειά;
Όχι, δεν το έχω μετανιώσει. Είχα πάντα τη βάση μου. Αν δεν την είχα, να σας πω την αλήθεια, δεν ξέρω τι θα είχα κάνει. Μπορεί να είχα αλλάξει επαγγελματικό προσανατολισμό για να επιβιώσω. Και να πας να κάνεις τον σερβιτόρο το βράδυ ή ό,τι άλλο μπορείς δεν θα επιβιώσεις, αν δεν έχεις μία βάση. Ένα παιδί που έρχεται από μια επαρχία και πρέπει να πληρώσει το ενοίκιο του, να φάει και να πιει, δεν θα επιβιώσει. Δεν μπορεί. Εκτός αν του τα πληρώνουν οι γονείς του. Η δική μας δουλειά είναι μία από τις πιο ανασφαλείς.

Φταίει η οικονομική κρίση ή υπάρχουν κι άλλοι παράγοντες;
Ανέκαθεν γινόταν αυτό. Η οικονομική κρίση, ίσως, δυσκόλεψε τα πράγματα γιατί χαμήλωνε κι άλλο τα λεφτά που παίρνει ο ηθοποιός. Πάντα υπήρχε η ανασφάλεια. Περίμενες δύο φορές τον χρόνο, και ενίοτε ακόμα πιο πολλές, να χτυπήσει το τηλέφωνο να σε καλέσουν κάπου, να πας σε οντισιόν κ.ο.κ. Υπάρχει η ανασφάλεια για το οικονομικό κομμάτι ώστε να μπορέσεις να ζήσεις αλλά και η ανασφάλεια ότι είσαι εκτεθειμένος κάθε μέρα κατά τη διάρκεια της παράστασης. Ψυχή και σώμα. Πρέπει όλα σου να λειτουργούν καλά.

Όταν ο γιος σας, σας ανακοίνωσε ότι θέλει να ασχοληθεί με τον ίδιο χώρο, ήσασταν σύμφωνη;
Εγώ είμαι σύμφωνη με ό,τι θέλει και τον ευχαριστεί. Και εγώ τον ρωτούσα από πριν: «Μήπως παιδί μου θέλεις;». Δεν το λένε εύκολα τα παιδιά των ηθοποιών γιατί φοβούνται τη σύγκριση. Εκείνος μου απαντούσε «Όχι, δεν θέλω να τραβήξω αυτά που τραβάς εσύ». Πήγε από δω, πήγε από εκεί, ασχολήθηκε λίγο με τη σκηνογραφία, λίγο με το ένα ή με το άλλο και τελικά… Ξέρετε τι γίνεται; Μπορεί να θέλουμε να ασχοληθούμε με κάτι. Κάνουμε όμως τελικά γι’ αυτό το πράγμα; Όταν το πήρε απόφαση και μου το ανακοίνωσε, του απάντησα «Με την ευχή μου. Να έχεις γερό στομάχι και προχώρα».

Αυτή η ανασφάλεια υπήρχε και στα πρώτα χρόνια που ξεκινήσατε;
Πάντα. Σας λέω ότι είναι το πιο ανασφαλές επάγγελμα. Χώρια του ότι όταν είσαι πολύ νέος τρέμεις ολόκληρος. Περνάς από οντισιόν, στεγνώνει το στόμα σου, τρέμεις. Χτυπά το τηλέφωνο σου, τρέμεις. Είσαι στην πρεμιέρα, που δεν το συζητάμε, τρέμεις. Εγώ νιώθω σαν μαθήτρια πάντα.

Νιώσατε ποτέ να χάνετε το πάθος σας;
Όχι, ποτέ δεν ένιωσα να χάνω το πάθος μου για τη δουλειά μου.

Ούτε στις δύσκολες στιγμές;
Όχι. Άμα δεν υπάρχει αυτή η φλόγα, δεν υπάρχει λόγος να το κάνεις. Θυμάμαι, κάποτε, μου είχε πει μια μεγάλη ηθοποιός, η Κάτια Παναγιώτου «Αυτό είναι ένα πιόνι. Αν δεν έχεις το ένα πιόνι, δεν υπάρχει λόγος».

Καταλαβαίνω ότι είναι ένα επάγγελμα που απαιτεί πολύ χρόνο. Έχετε θυσιάσει κάτι από την προσωπική σας ζωή ή και το αντίθετο;
Βέβαια. Η οικογένειά μου δεν ήξερε τι θα πει Σαββατοκύριακο. Άλλες οικογένειες έφευγαν να πάνε μια εκδρομή εμείς όχι. Τα Χριστούγεννα τους έκανα ένα τραπέζι το μεσημέρι αλλά τους άφηνα σύξυλους και πήγαινα και έκανα διπλές παραστάσεις. Περνάς τις γιορτές μόνος σου. Το ξέρεις κι εσύ και ο σύντροφος σου.

Υπάρχει κάποια συνεργασία που να τη θεωρείτε σταθμό στην καριέρα σας;
Εγώ θεωρώ σταθμό το Θέατρο Τέχνης. Από εκεί και πέρα, πολύ καλές δουλειές έχω κάνει με τον Πέτρο Φιλιππίδη, ο οποίος είναι παιδί του Τέχνης και μιλάμε την ίδια γλώσσα. Είναι γνώστης του αντικειμένου του θεάτρου όσο κανένας άλλος. Θαυμάζω απεριόριστα ότι κατέκτησε τόσο καλά αυτή την Τέχνη. Με τον Βλαδίμηρο Κυριακίδη, επίσης, δούλεψα πολύ ωραία. Θεωρώ ότι είμαι τυχερή γι’ αυτά που έζησα και είναι οι βαλίτσες μου, ο πλούτος μου. Ό,τι και να κάνω, όπου και να παίξω, ακόμα και σε μια διαφήμιση, δεν ξεχνάω κάποια πράγματα που πρέπει να με ακολουθούν.

Κάνοντας έναν προσωπικό απολογισμό, μέχρι σήμερα, τι νιώθετε ότι έχετε κερδίσει από αυτό το επάγγελμα;
Καταρχάς, θα το πω πολύ πεζά, κατάφερα να ζω -είναι πολύ σημαντικό- και να πάρω σύνταξη. Εγώ έχω πάρει σύνταξη πια από το επάγγελμα αυτό. Επίσης έχω κερδίσει την αποδοχή από το συνάφι μου που είναι από τα πρώτα πράγματα που πρέπει να κερδίσεις. Πρέπει να σε εκτιμήσουν όλοι αυτοί οι άνθρωποι που είναι στον χώρο. Μετά είναι η αγάπη του κόσμου που έρχεται όταν βγαίνεις στην τηλεόραση. Είμαι πολύ ευχαριστημένη.

Αν σας ρωτούσα τι είναι το θέατρο για εσάς;
Είναι φάρμακο, ψυχοθεραπεία, καταφυγή όλα αυτά τα χρόνια.

Τι νιώθετε όταν είστε πάνω στο σανίδι;
Για να πω την αλήθεια, σχεδόν, τα έχω αφήσει όλα στο καμαρίνι και ζω αυτό που παίζω.

Και στο χειροκρότημα του κόσμου;
Πολύ ωραία. Είναι η ανταμοιβή μας.

Σας έχουμε όμως δει και σε πολλές τηλεοπτικές σειρές. Τι προτιμάτε από τα δύο, θέατρο ή τηλεόραση;
Δεν είναι το ίδιο αλλά η υποκριτική είναι μία. Προσπαθώ πάντα να βγάλω ό,τι καλύτερο μπορώ. Σέβομαι και το ένα και το άλλο γιατί είναι υποκριτική. Με άλλη τεχνική, ίσως. Στο θέατρο είναι πιο μεγάλα, στην τηλεόραση είναι πιο απλά. Η αλήθεια, όμως, που πρέπει να βγάλεις είναι μία. Και αυτό το σέβομαι σε όλες τις δουλειές που έχω κάνει.

Υπάρχει κάτι που σας δίνει το θέατρο και όχι η τηλεόραση ή το αντίστροφο;
Το θέατρο σου δίνει την άμεση επαφή με τον κόσμο. Είναι ένα ζωντανό πράγμα που αναπνέει και δίνεις και παίρνεις την ίδια στιγμή. Το μπαλάκι που μας έλεγαν οι δάσκαλοι μας. Δηλαδή εγώ πετάω το μπαλάκι στον συνάδελφο, εκείνος σε εμένα, μετά στο κοινό. Είναι ένα παιχνίδι. Αν αυτό το μπαλάκι πέσει πρέπει να το ξαναπιάσεις. Πρέπει να ‘σαι συγκεντρωμένος. Στην τηλεόραση δεν το εισπράττεις την ώρα που το κάνεις.

Αυτό το χειροκρότημα ή επαφή με το κοινό έχει σχέση με τη δημοσιότητα;
Έτσι κι αλλιώς η δουλειά μας έχει το στοιχείο της ματαιοδοξίας. Γι’ αυτό εκτιθέμεθα για να μας πει ο άλλος «Μπράβο». Και το χειροκρότημα αυτό μας λέει. Όταν έρχεται ο άλλος να σου πει συγχαρητήρια, το εννοεί, και δεν το λέει τυπικά. Χωρίς τον κόσμο δεν υπάρχουμε.

Φέτος θα σας βλέπουμε στην παράσταση «Η Δασκάλα με τα χρυσά μάτια»…
Είμαστε στο Θέατρο Βέμπο με την παράσταση «Η δασκάλα με τα χρυσά μάτια», ένα κείμενο του Στρατή Μυριβήλη, σε διασκευή – σκηνοθεσία Πέτρου Ζούλια. Με την υπέροχη Λένα Παπαληγούρα, την οποία θαυμάζω και εκτιμώ απεριόριστα. Βλέπω πως δουλεύει το κορίτσι αυτό και είναι άξιας συγχαρητηρίων. Ο Γιώργος Κωνσταντίνου είναι ένας υπέροχος άνθρωπος, παίζει μοντέρνα, δεν ξέρεις τι να πρωτοθαυμάσεις. Εκεί να δεις ήθος, επαγγελματισμό. Είναι η τρίτη φορά που δουλεύω μαζί του στο θέατρο και παίρνεις μαθήματα από αυτόν τον άνθρωπο.

Φεύγοντας οι θεατές από τη συγκεκριμένη παράσταση, τι θέλετε να έχουν αποκομίσει;
Ο κόσμος πρέπει να φεύγει από τις παραστάσεις με μια μικρή ανάταση, να νιώθει καλά και πως κάτι έγινε που τον πλούτισε ή του έδωσε αφορμή να διαβάσει κάτι, να ψάξει για εκείνη την εποχή, να κάνει μία σύγκριση του τότε με του τώρα, αν και τα ίδια πράγματα συμβαίνουν δυστυχώς. Να νιώσει έλεος. Αυτό που ισχύει από την αρχαία τραγωδία μέχρι τώρα. Να νιώθει όμορφα φεύγοντας.

Ήταν δύσκολο να μεταφερθεί το συγκεκριμένο μυθιστόρημα του Στρατή Μυριβήλη;
Μιλώντας με τον Πέτρο Ζούλια ήταν πάρα πολύ δύσκολη η προσαρμογή και τα κατάφερε θαυμάσια. Είναι ένα μυθιστόρημα που δεν ήταν εύκολο να γίνει. Το κλίμα της εποχής το μελέτησε και το μετέφερε… Έπρεπε να έχει θεατρικό διάλογο, να έχει ενδιαφέρον, να πάρει ζωή. Επειδή ο Πέτρος είναι και σκηνοθέτης μαζί το κάνει να βγαίνει πολύ ωραίο.

Σε αυτή τη συνεργασία τι ξεχωρίζετε;
Για εμένα είναι ένα καινούργιο στοιχείο η συνεργασία μου με αυτά τα νέα παιδιά, που είναι νεότεροι σε σχέση με εμένα, που έχουν κάνει μία πορεία και βλέπω τον τρόπο που δουλεύουν. Είναι ένα ξεχωριστό στοιχείο που μου κινεί το ενδιαφέρον.