Ο Μιχάλης Πανάδης πήγαινε για μουσικός, αλλά βρέθηκε τη σωστή στιγμή στο σωστό μέρος. Στο Τεχνουργείο. Εκεί, όπου ξεκίνησε σιγά σιγά το ταξίδι του για την υποκριτική και στη συνέχεια ακολούθησε η Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου και μία σειρά από πολύ ενδιαφέρουσες συνεργασίες με σημαντικούς ανθρώπους. Τον συναντήσαμε, σε ένα διάλειμμα από το φορτωμένο πρόγραμμα του με τα γυρίσματα της σειράς «Σε αγαπάω μεν αλλά…» και των προβών για τρεις παραστάσεις -μαζί με το «Φλικ» που ανέβηκε πρόσφατα- και ανάμεσα σε άλλα μας μίλησε για την κατάλληλη προετοιμασία που είχε δεχτεί και τον λόγο που κάνει θέατρο. Επίσης, σε τι βαθμό άλλαξε τη ζωή του η υποψηφιότητα του για το Βραβείο Χορν; 

Θυμάμαι ότι, ενώ είχα ξεκινήσει από την τρίτη δημοτικού μαθήματα πιάνου και κάπως πήγαινα για μουσικός, κάποια στιγμή ο τότε κολλητός φίλος μου, μού είπε να πάω στο «κλαμπ θεάτρου», όπως λεγόταν, του σχολείου. Είχα την τύχη να πηγαίνω σε ιδιωτικό σχολείο στο δημοτικό, οπότε δεν ήταν ακριβώς η κλασική θεατρική ομάδα ενός ελληνικού σχολείου. Μπήκα στην αίθουσα, τους είδα να κάνουν κάτι σαν ζέσταμα, έπαιζε το «Apres la pluie» του Aubry. Αυτό ήταν. Ήταν εκείνη η στιγμή που είπα μέσα μου, εγώ εδώ θέλω να είμαι. Εδώ και έτσι. Στη συνέχεια, μετά το δημοτικό, οι δάσκαλοί μας, ο Στέργιος Καλφόπουλος και η Μαρία Μαναβή, οι οποίοι είχαν – και έχουν – ένα εργαστήρι θεάτρου στη Θεσσαλονίκη, το Τεχνουργείο, μας πρότειναν να συνεχίσουμε, να φτιάξουμε μία εφηβική ομάδα. Έτσι και έγινε. Μαζευτήκαμε πέντε έξι βαρεμένα παιδάκια, σε εκείνο το υπόγειο στην Αγίου Δημητρίου στη Θεσσαλονίκη, και ουσιαστικά δε βγήκαμε ποτέ μέχρι τα 18 που ο καθένας τράβηξε το δρόμο του. Βγαίναμε αναγκαστικά, δηλαδή, γιατί ως ανήλικα είχαμε κάποιες υποχρεώσεις που δεν ήταν διαπραγματεύσιμες, ξέρεις, αλλά ουσιαστικά η ζωή μας ήταν σε παύση μέχρι την επόμενη πρόβα.

Προφανώς και χάσαμε αρκετά πράγματα από την παιδική μας ηλικία, όχι ασήμαντα, γιατί ήταν λίγο σα σέχτα εκεί μέσα, και η εκπαίδευσή μας ήταν αρκετά σκληροπυρηνική. Κι επειδή, όπως σου είπα ήμασταν κι από μόνοι μας λίγο κουνημένοι, ασχοληθήκαμε και αρκετά νωρίς με κείμενα που δε θα έλεγες ακριβώς ότι ενδείκνυνται για 12χρονα. Αφοσιωθήκαμε γιατί κάπως όλοι ξέραμε ότι αυτό θα κάνουμε στη ζωή μας με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο, όπως και έγινε τελικά, και ζούσαμε κάπως σαν μικροί μασόνοι. Αυτό στην ενήλικη ζωή μου, συνειδητοποίησα ότι είχε περισσότερα καλά από κακά. Καταρχάς κέρδισα πολύ χρόνο σε διαβάσματα ερχόμενος πολύ νωρίς σε επαφή με τη δραματουργία και τη λογοτεχνία και επίσης γιατί ψωνίστηκα στη σωστή ηλικία. Τότε που δεν ήταν εντελώς ντροπιαστικό. Γιατί το να ψωνίζεται κάνεις μετά τα 18, είναι και πολύ ντροπιαστικό και πολύ θλιβερό και πολύ κακαίσθητο.

Τα χρόνια στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου

Πέρασα στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου στα 18 μου και, ευτυχώς, ήμουν κατάλληλα προετοιμασμένος από τον Καλφόπουλο. Δεν δυσκολεύτηκα ιδιαίτερα γιατί είχα ήδη μεγαλώσει στην πειθαρχία. Ίσα ίσα μου άρεσε που επιτέλους ασχολούμουν όλη μέρα με το θέατρο. Ωραία ήταν τότε. Πια αυτό το «όλη μέρα» δεν έχει την ίδια γλύκα. Η αλήθεια είναι ότι πέτυχα το Εθνικό σε πολύ καλή φάση, με καθηγητές που ήταν ενεργοί στον χώρο και τον διαμόρφωναν, είχαν σύγχρονες αντιλήψεις και εκπαιδευτικά και καλλιτεχνικά και ήταν πολύ άξια κεφάλια, και ως καλλιτέχνες και ως άνθρωποι (οι περισσότεροι τουλάχιστον).

Ο Καλφόπουλος πιο πολύ, παρά το Εθνικό, με είχε προετοιμάσει για όσα θα αντιμετώπιζα στο χώρο: Παρενοχλήσεις, εκμετάλλευση, εξουσιομανείς, αδικίες, απορρίψεις, τρικλοποδιές, αυλές, κ.λ.π., οπότε ήξερα ότι ο δρόμος που θα ακολουθήσω δεν θα είναι εύκολος. Αλλά δε με ένοιαζε και ιδιαίτερα. Αυτά σε συνδυασμό με τον χαρακτήρα μου, με έκαναν να μη βιαστώ να γίνω κάτι. Το αντίθετο μάλλον. Έτσι κι αλλιώς δε με ένοιαζε ποτέ να γίνω σταρ. Δε νομίζω ότι μου πάει κιόλας, ούτε ότι θα με επέλεγε κανείς για να με κάνει. Δε με ένοιαζε γενικά ποτέ κανένας τίτλος, εγώ μόνο να παίζω ήθελα και θέλω, και η αισθητική μου δεν ταυτίζεται ακριβώς ούτε με τα εξώφυλλα, ούτε με τα καλλιτεχνικά στέκια, ούτε θα με ευχαριστούσε να ασχολείται κανείς με το τι τρώω, τι χρώμα μου αρέσει και πού πάω διακοπές.

Οι σημαντικές συνεργασίες, ο λόγος που κάνει θέατρο και το Βραβείο Χορν

Από τα πρώτα βήματά μου μέχρι και σήμερα έχω συνεργαστεί με σημαντικούς, και για μένα και για το σύστημα, ηθοποιούς – σκηνοθέτες, αλλά δεν μπορώ να ξεχωρίσω κανέναν ως τον αυτό ένα. Με τον δικό τους τρόπο όλοι έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στη ζωή μου. Πέρα από τον Καλφόπουλο και τη Μαναβή, η Μάρθα Φριντζήλα με βοήθησε σε πολλά πράγματα. Ήταν από τους πρώτους ανθρώπους που μου έδωσαν δουλειά, μου έδωσε πολλές φορές βήμα να δοκιμάσω αυτά που ήθελα, και στην υποκριτική και στη σκηνοθεσία. Η Μάρθα ήταν άλλωστε και ένας από τους βασικούς λόγους που ήθελα να μπω στο Εθνικό γιατί τότε δίδασκε εκεί, όπως μετά η Σοφία Βγενοπούλου, με την οποία κάναμε εφηβικές παραστάσεις στη Στέγη, και εξασκήθηκα πολύ στο αμερικάνικο σύστημα το οποίο κατείχε πολύ καλά. Και μετά η Ελένη Σκότη, ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης, η ομάδα Κοπέρνικος – που κάνει φοβερό παιδικό θέατρο -, η Ρούλα Πατεράκη, ο Νίκος Χατζόπουλος, ο Αιμίλιος Χειλάκης, η Μαριτίνα Πάσσαρη, η Μιρέλλα Παπαοικονόμου, όλοι τους έπαιξαν κομβικό ρόλο στην καλλιτεχνική μου ταυτότητα (και στην προσωπική), δε νομίζω ότι θα γινόταν κι αλλιώς.

Όπως είναι λογικό, με κάποιους ανθρώπους νιώθεις μεγαλύτερη συγγένεια, γι’ αυτό και επιδιώκεις να ξαναβρεθείς μαζί τους κι εκείνοι μαζί σου. Όπως τώρα παραδείγματος χάριν με τον Βασίλη Μαυρογεωργίου με τον οποίο ας πούμε νομίζω ότι θα μπορούσα να δουλεύω για πάντα. Με κάποιους γίνεσαι φίλος, με κάποιους οικογένεια, με κάποιους απλώς ανταλλάσσεσαι. Από εκεί και πέρα, οι συνεργασίες που ήταν ατυχείς ή οι συνεργασίες από τις οποίες αποχώρησα ή που έφυγα τρέχοντας μακριά τους όταν τελείωσαν, κι αυτές τρομερά χρήσιμες ήταν γιατί κατάλαβα ποιές καταστάσεις και συνθήκες δε μου ταιριάζουν και δε μου κάνουν καλό, όπως επίσης και σαν ποιούς ανθρώπους δε θέλω να γίνω.

Η αλήθεια είναι ότι τώρα που μιλάμε δεν ξέρω για ποιο λόγο κάνω θέατρο. Δεν έχω κάποια ωραία και ποιητική απάντηση. Όταν ξεκίνησα, υπήρχε άλλος ρομαντισμός, άλλος ενθουσιασμός. Πίστευα κι εγώ βαθιά σε αυτές τις απαντήσεις κονσέρβα των νέων κυρίως ηθοποιών του τύπου «θέλω να ζήσω πολλές ζωές», «θέλω να ταρακουνήσω τον κόσμο» και λοιπές άλλες αντίστοιχες που η μνήμη μου έχει απωθήσει. Τώρα, αυτή τη στιγμή που μιλάμε, γιατί σε ένα μήνα μπορεί να σου πω κάτι άλλο, η απάντηση μου είναι: κάνω θέατρο γιατί δεν θα μπορούσα να κάνω κάποια άλλη δουλειά και πρέπει με κάποιον τρόπο να βιοπορίζομαι. Επίσης, κάνω θέατρο γιατί δε μου αρέσει να ανήκω στο πλήθος, προτιμώ να είμαι σε μια σκηνή και να κοιτάνε εμένα από το να κοιτάω εγώ κάποιον άλλο (είναι άλλωστε ένας βασικός λόγος που κάποιος θέλει να γίνει ηθοποιός, μη κοιτάς που συνήθως, για κάποιον δυσνόητο σε μένα λόγο που μάλλον σχετίζεται με μια ψεύτικη ταπεινοφροσύνη, δεν το λέμε). Θα πάθαινα χοντρή κατάθλιψη αν έκανα άλλη δουλειά. Εκτός ίσως αν γινόμουν υαλοποιός, αλλά πια τα φτιάχνουν μηχανές.

Τα τελευταία δύο τρία χρόνια, και με αποκορύφωμα την πανδημία και όσα συμβαίνουν στον χώρο της τέχνης, και δεν αναφέρομαι μόνο στο ξέσπασμα του metoo – έτσι κι αλλιώς υπάρχει ακόμα μπόλικη σαπίλα ακαθάριστη -, σκέφτομαι συχνά γιατί κάνω θέατρο. Αν θέλω όντως ακόμα να το κάνω ή μετατρέπομαι σιγά σιγά σε ένα υβριδικό είδος δημόσιου υπαλλήλου. Αν το θέατρο χρειάζεται ή αν χωράει και πώς χωράει σε αυτές τις ψηφιακές κοινωνίες που μεταβαίνουμε, αν μεταλλάσσεται σε κάτι άλλο, το οποίο άλλο δεν ξέρω αν μου αρέσει για να εξακολουθήσω να το κάνω, όπως δεν ξέρω αν μου αρέσει κι η εποχή που ζούμε, αν ο κόσμος έχει ανάγκη να βλέπει θέατρο, και λοιπά, και λοιπά. Και, επίσης, είναι και κουραστικό το θέατρο. Όχι πρακτικά, αλλά είσαι μόνιμα σε μια κατάσταση αυτοαμφισβήτησης, αυτοαναίρεσης και έλλειψης. Εγώ δηλαδή τουλάχιστον είμαι. Και μεγαλώνοντας, αυτό μου φαίνεται όλο και πιο εξαντλητικό. Λιγότερο εξαντλητικό, βέβαια, ακόμα από το να φτιάχνω καφέδες. Ας το ξανασυζητήσουμε του χρόνου.

Ναι, το 2019 ήμουν υποψήφιος για το βραβείο Χορν, με αφορμή το ρόλο μου στην παράσταση «Φεγγίτης», που είχε σκηνοθετήσει ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης, με το Δημήτρη Καταλειφό και τη Λουκία Μιχαλοπούλου και το βραβείο το πήρε ο Μιχάλης Συριόπουλος, και δικαίως. Δεν ξέρω τι ακριβώς να σου πω γι’ αυτό. Είμαι λίγο αμήχανος με τη λογική των βραβείων. Εννοώ ότι πανάξιοι ηθοποιοί δεν ήταν ποτέ υποψήφιοι ή ποτέ βραβευθέντες, ενώ ηθοποιοί λιγότερο άξιοι έχουν βραβευτεί και ξαναβραβευτεί. Δεν εννοώ στο θεσμό των βραβείων Χορν συγκεκριμένα, αλλά γενικά σε διάφορους θεσμούς βραβείων, κρατικών και ιδιωτικών. Ποιός κρίνει από την άλλη τον καλό ηθοποιό ή τον ηθοποιό που είναι τόσο καλός ώστε αξίζει να βραβευτεί ενώ κάποιος άλλος είναι μεν καλός αλλά δεν αξίζει να βραβευτεί; Τα πράγματα αυτά είναι αρκετά υποκειμενικά και καλά κάνουν. Κι εγώ μίλησα μόλις πριν για άξιους και λιγότερο άξιους ηθοποιούς, αλλά κι αυτή είναι η υποκειμενική μου γνώμη σύμφωνα με το δικό μου γούστο. Και επίσης, ξέρεις και ξέρουμε ότι στη χώρα αυτή που ζούμε υπάρχουν διαφόρων ειδών «κριτήρια» και προθέσεις και για τα βραβεία και για τις υποψηφιότητες και για τις αναθέσεις και για τις θέσεις. Οπότε, σύμφωνα με όλα αυτά, φυσικά και χάρηκα για την υποψηφιότητά μου, αλλά δεν το βίωσα σαν μία ξεχωριστή στιγμή αναγνώρισης. Εννοώ δε νιώθω καλύτερος ηθοποιός από τότε, ούτε προσπάθησα ποτέ να πουλήσω και να εκμεταλλευτώ αυτή τη στιγμή. Ήταν εξίσου τιμητικό όσο είναι το να με επιλέγει ένας σκηνοθέτης ή να με συγχαίρει στ’ αλήθεια ένας θεατής. Φυσικά και το βάζω στο βιογραφικό μου, αλλά σαν ένα γεγονός της πορείας μου όπως τα υπόλοιπα. Όχι πάνω πάνω με κεφαλαία bold γράμματα.

«Φλικ», «Προμηθέας Δεσμώτης», «Maurivaudauge» και… «Σ’ αγαπάω μεν αλλά…»

Πριν από λίγες μέρες, στο Skrow Theater, κάναμε πρεμιέρα με το έργο «Φλικ», σε σκηνοθεσία του Βασίλη Μαυρογεωργίου, το οποίο αγαπάω πάρα πολύ, και έχει περάσει των παθών του τον τάραχο, όπως λέει μια αγαπημένη μου γυναίκα. Ξεκινήσαμε πρόβες το 2019, για να ανέβει το 2020, αλλά μια μέρα πριν από την πρεμιέρα μπήκαμε σε lockdown για… «δύο εβδομάδες». Τον Μάιο του 2021 το ξαναπιάσαμε, για να βιντεοσκοπηθεί και να παραδοθεί στο Υπουργείο Πολιτισμού από το οποίο είχε επιχορηγηθεί, και, τελικά, τον Σεπτέμβριο του 2021 ξεκινήσαμε ξανά πρόβες για να φτάσουμε, επιτέλους, στην πρεμιέρα.

Πρόκειται για ένα καταπληκτικό έργο, με τρομερό χιούμορ, που γράφτηκε στις αρχές της δεκαετίας με την παγκόσμια οικονομική κρίση, και μιλάει ακριβώς για αυτή τη μετάβαση από έναν αναλογικό σε έναν ψηφιακό κόσμο, και πώς αυτή επηρεάζει τους ανθρώπους, τις σχέσεις, την εργασία και πώς και αν μπορεί κάποιος να παραμείνει όσο αναλογικός θέλει ή να γίνει όσο ψηφιακός θέλει. Δηλαδή αυτό που συμβαίνει τώρα. Το όχημα για όλες αυτές τις προβληματικές του έργου είναι ένας παρακμιακός αναλογικός κινηματογράφος με τους εργαζομένους του.

Μέσα στο επόμενο διάστημα και αν όλα πάνε καλά, γύρω στα μέσα Δεκέμβρη, στον ίδιο χώρο, σε σκηνοθεσία πάλι του Βασίλη Μαυρογεωργίου, πρόκειται να ανέβει ο «Προμηθέας Δεσμώτης» που τι να σου πω τώρα γι’ αυτό το έργο. Είναι μια συζήτηση αυτόνομη.

Επίσης, από 24 Νοέμβρη, στο Baumstrasse, θα ανεβάσουμε με τη Μάρθα Φριντζήλα μια κινηματοπαράσταση, βασισμένη στην «Κληρονομιά» του Μαριβώ, το «Maurivaudage». Μια live κινηματογραφούμενη παράσταση, όπου οι θεατές θα μπορούν να επιλέξουν αν θα δουν την ταινία που θα φτιάχνεται εκείνη τη στιγμή μπροστά τους ή τους ηθοποιούς που θα παίζουν σε μια σκηνή παραδίπλα τους.

Τηλεοπτικά βρίσκομαι στην κωμική σειρά του OPEN «Σ’ αγαπάω μεν αλλά…», σε σκηνοθεσία της κινηματογραφίστριας Μαρίας Λάφη. Είναι μία δουλειά που έχω αγαπήσει πολύ, κυρίως λόγω των ανθρώπων που την απαρτίζουν, του τρόπου που την αντιμετωπίζει η Μαρία Λάφη και η παραγωγή και του ρόλου μου που συμπαθώ πάρα πολύ.

ΙΝFO: Η παράσταση «Φλικ» παρουσιάζεται στο Skrow Theater (Αρχελάου 5, Αθήνα) κάθε Σάββατο, στις 21.00, και Κυριακή, στις 18.00.