Όλα, σχεδόν, ξεκίνησαν στην τρυφερή ηλικία των 10 χρονών όταν είδε τους «Όρνιθες» σε σκηνοθεσία του Κάρολου Κουν και έζησε μια στιγμή κεραυνοβόλου έρωτα, παίζοντας καθοριστικό ρόλο στη μετέπειτα πορεία του. Λίγα χρόνια μετά, ο Νικορέστης Χανιωτάκης άρχισε να εκφράζεται με τη διπλή ιδιότητα του ηθοποιού- σκηνοθέτη και χρόνο με το χρόνο να κερδίζει την εμπιστοσύνη όλο και περισσότερων θεατράνθρωπων. Ένα μεσημέρι Σαββάτου, ο ταλαντούχος δημιουργός μας υποδέχτηκε στο φουαγιέ του «Θησείον» και μας αποκάλυψε τα όνειρα και τις άγνωστες πτυχές του, αλλά και την αναζήτηση των ισορροπιών ανάμεσά στη δουλειά και την προσωπική του ζωή…

Η υποκριτική και γενικά το θέατρο μπαίνει στη ζωή σου, όπως νομίζω και σε άλλους ανθρώπους, από μικρή ηλικία. Είτε από κάποια βιώματα που έχεις πηγαίνοντας με τους γονείς σου στο θέατρο, είτε παίζοντας θέατρο στο σχολείο. Εμένα το μικρόβιο μου μπήκε από τότε. Θυμάμαι το 1997, ήμουν 10 χρονών, είχα δει τους «Όρνιθες» στην αναβίωση της σκηνοθεσίας του Κάρολου Κουν με πρωταγωνιστή τον Θύμιο Καρακατσάνη, στο Ρέθυμνο στο ανοικτό Θέατρο Ερωφίλη  στην Φορτέτζα. Κάποια στιγμή γύρισα και είπα στη μητέρα μου: «Μια μέρα θέλω να χορέψω όπως αυτά τα πουλιά». Μου άρεσε η ελευθερία που έβγαζε η παράσταση και είχα συγκινηθεί με τη μουσική του Χατζιδάκι. Εκείνη η βραδιά ήταν, ίσως, μια στιγμή κεραυνοβόλου έρωτα. Τελειώνοντας το σχολείο, δεν πήρα αμέσως την απόφαση να μπω στη Δραματική Σχολή. Αρχικά σπούδασα ψυχολογία και, παράλληλα, αθλητική δημοσιογραφία, γιατί μου αρέσει πολύ ο αθλητισμός. Είμαι άνθρωπος που μου αρέσει αυτά που θέλω να τα κάνω τώρα! Μετά, τα έφερε έτσι η ζωή και το 2008, ως μαθητής πια της Δραματικής Σχολής του Θεάτρου Τέχνης, έπαιξα στους «Όρνιθες» και, τελικά, έγινα μέλος αυτού του υπέροχου Χορού.

Δεν μετάνιωσα καθόλου που καθυστέρησα να σπουδάσω υποκριτική. Τα τρία χρόνια που μεσολάβησαν από την αποφοίτησή μου από το σχολείο μέχρι να μπω στην Δραματική Σχολή μου προσέφεραν κάποια βιώματα που με βοήθησαν να προσεγγίσω καλύτερα και με περισσότερα εφόδια τα θεατρικά κείμενα. Τα μεγάλα έργα με τα οποία οφείλουμε να ασχολούμαστε και να μελετάμε, μιλάνε για συναισθήματα και πράγματα που, στις μέρες μας, ένα παιδί δεκαοκτώ ετών δεν μπορεί, δυστυχώς, να κατανοήσει.

Τα χρόνια στη Δραματική Σχολή του Θεάτρου Τέχνης
Ένας δάσκαλος μου είχε πει ότι «μέσα από τις δυσκολίες γίνεσαι καλύτερος». Όταν πηγαίνεις τον εαυτό σου σε σημεία που δεν θα μπορούσε να φτάσει προηγουμένως μόνο τότε εξελίσσεσαι. Για εμένα το Θέατρο Τέχνης είναι ένα δεύτερο σπίτι και για ένα διάστημα ήταν και το πρώτο. Εκεί έμαθα τι σημαίνει θέατρο, το οποίο δεν είναι μόνο το κείμενο. Δεν είναι μόνο να παίξεις, να κάνεις υπόκλιση και να φύγεις. Για μένα ο καλός ηθοποιός είναι αυτός που μετά την παράσταση σβήνει το φως στο καμαρίνι του και έχει μαζεμένα τα πράγματά του. Η λειτουργία του ηθοποιού υπάρχει και σε όλα αυτά που δεν βλέπει ο θεατής. Ο ηθοποιός πρέπει να νοιάζεται το θέατρο ως χώρο και ως έννοια, να νοιάζεται τον συνάδελφο του. Κατά την διάρκεια της φοίτησης μας στην Δραματική Σχολή, κάποιοι ήθελαν να πατήσουν ένα κουμπί και να φτάσουν στο τέλος. Εγώ, από την άλλη, όχι. Πέρασα υπέροχα. Γνώρισα ανθρώπους που εξακολουθώ να τους αγαπώ πολύ, ανθρώπους που καθόρισαν την ζωή μου και κάποιους δάσκαλους και συμμαθητές που τους οφείλω πολλά. Κάθε φορά που μπαίνω στο Θέατρο Τέχνης συγκινούμαι βαθιά.

Η ενασχόληση του με τη σκηνοθεσία
Η σκηνοθεσία μπήκε εντελώς τυχαία στην ζωή μου την περίοδο που ήμουν μέλος της θεατρικής ομάδας αποφοίτων του Λυκείου μου (43ο Αθηνών). Στα δεκαεννιά μου χρόνια, μου πρότειναν να σκηνοθετήσω μια κωμωδία («Τα Παντρολογήματα» του Γκόγκολ) επειδή θεωρούσαν ότι έχω χιούμορ. Έτσι απλά. Το έκανα και ο έρωτας ήταν κεραυνοβόλος. Ανακάλυψα ένα μαγικό κόσμο ελευθερίας και γοητεύτηκα. Για εμένα η ελευθερία είναι ένα ύψιστο αγαθό, καθόλου αυτονόητο. Όταν τελείωσα, λοιπόν, από το Θέατρο Τέχνης, πήγα στο Λονδίνο για να σπουδάσω και να κάνω το μεταπτυχιακό μου στη σκηνοθεσία. Γενικά λειτουργώ με το ένστικτο. Μέχρι τώρα αισθάνομαι ότι όσες φορές το ακολούθησα, μου βγήκε σε καλό.

«Ο καλός άνθρωπος του Σετσουάν» και οι άγνωστες πτυχές του Νικορέστη
Μέσα από το θέατρο ανακαλύπτεις τα όρια σου και πώς μπορείς να τα διευρύνεις. Όταν κάνεις μια δουλειά που διακατέχεται από μεγάλη ανασφάλεια, αρχίζεις να αναπτύσσεις άμυνες και να γίνεσαι σκληρός με τον εαυτό σου και με τους γύρω σου. Ανακαλύπτεις πτυχές του εαυτού σου, που δεν περίμενες ότι έχεις. Αυτά τα συναισθήματα και οι σκέψεις αποτέλεσαν ακόμα ένα ερέθισμα για να επιλέξω τον «Καλό Άνθρωπο του Σετσουάν» ως κεντρική παράσταση για το θησείο, ΕΝΑ ΘΕΑΤΡΟ ΓΙΑ ΤΙΣ ΤΕΧΝΕΣ. Το συγκεκριμένο έργο, με λίγα λόγια, μιλάει για το πώς είναι να ζεις σε έναν δύσκολο κόσμο, όπου για να επιβιώσεις χρειάζεται να εφεύρεις ένα σκληρό alter ego της προσωπικότητάς σου. Μερικές φορές βρίσκεσαι με ανθρώπους που αγαπάς και εκτιμάς, αλλά θέλοντας ή μη γίνεσαι σκληρός και απαιτητικός. Μπορεί να τους πληγώσεις. Το θέατρο απαιτεί αφοσίωση, δόσιμο, εμπλοκή. Και όλο αυτό μπορεί να έχει το τίμημά του. Δηλαδή, έχω χάσει ανθρώπους από την ζωή μου λόγω έλλειψης ελεύθερου χρόνου και τώρα μου λείπουν. Οι σχέσεις σβήνουν αν δεν φροντιστούν κι από τις δύο πλευρές. Υπάρχουν άνθρωποι που θέλω να τους βλέπω πιο συχνά, να ξέρω πώς είναι στη ζωή τους. Τα πολλά «ναι» που λες στην δουλειά σου, ίσως σε κάνουν να χάσεις κάτι από την προσωπική σου ζωή. Εγώ βρίσκομαι σε μια φάση που ψάχνω να βρω μια ισορροπία.

Η εμπιστοσύνη των θεατράνθρωπων
Όπως σέβεσαι τον διπλανό σου στην ζωή, έτσι οφείλεις να κάνεις και στον δικό μας χώρο. Το να σέβεσαι το παρελθόν ενός καλλιτέχνη είναι το άλφα και το ωμέγα. Καλύτερα να έχεις ήθος παρά να είσαι ταλαντούχος. Το ιδανικό βέβαια είναι να είσαι και τα δύο. (Γελάει). Είμαι ευγνώμων που έχω καταφέρει να δουλέψω με ανθρώπους που τους θαύμαζα από παιδί και εξακολουθώ να τους θαυμάζω και αυτοί οι άνθρωποι με εμπιστεύονται. Όπως, για παράδειγμα, ο Γρηγόρης Βαλτινός, που φέτος επέστρεψε στο «Θέατρο Ιλίσια Βολανάκης» για να κάνουμε μαζί το «Κάθε Τρίτη με τον Μόρι» (συμπρωταγωνιστεί με τον Γιάννη Σαρακατσάνη) το οποίο είναι ήδη sold out κάθε μέρα και είμαι πανευτυχής. Εσύ, βεβαίως, μπορείς να αναφέρεις δέκα άτομα που με εμπιστεύτηκαν, αλλά υπάρχουν και άλλοι δέκα που δεν με εμπιστεύτηκαν. (Γελάει) Θα ήμουν ψεύτης αν σου έλεγα ότι όλοι οι ηθοποιοί που έχω πάρει τηλέφωνο μου έχουν πει όλοι «ναι». Ωστόσο, αυτό που με πονάει περισσότερο, κυρίως ως ηθοποιός, είναι να κάνεις πρόβες και να μην ανεβαίνει ποτέ η παράσταση. Είναι τεράστιο πλήγμα. Ναι μεν ο παραγωγός χάνει χρήματα, αλλά ο ηθοποιός είναι αυτός που πληγώνεται περισσότερο, διότι είναι το πιο ευαίσθητο πλάσμα λόγω της ίδιας της φύσης της δουλειάς. Με τους περισσότερους ηθοποιούς που έχω συνεργαστεί μέχρι τώρα, δεν είχαμε καν συστηθεί προηγουμένως. Απλώς τους παίρνω τηλέφωνο και τους λέω: «Είμαι ο Νικορέστης. Θα ανεβάσουμε αυτό το έργο στο τάδε θέατρο. Θα ήταν μεγάλη μου χαρά και τιμή να κάνετε αυτό τον ρόλο και να δουλέψουμε παρέα». Έτσι απλά. Όπως το λέω σε ‘σένα, έτσι το λέω και σε εκείνους. Απλώς τους προσκαλώ στο όνειρο μου. Βεβαίως, μια – δυο φορές έχω αντιμετωπίσει και περίεργες συμπεριφορές. Αν πάρω κάποιον και απαντήσει αγενώς, για άγνωστο δικό του λόγο και δεν ζητήσει ούτε συγγνώμη, θυμώνω πολύ και εννοείται ότι δεν θέλω να μοιραστώ τίποτα ξανά μαζί του. Για να το κάνει αυτό σημαίνει ότι αυτή είναι η φύση του.

Το «στοίχημα» στο θησείον, ΕΝΑ ΘΕΑΤΡΟ ΓΙΑ ΤΙΣ ΤΕΧΝΕΣ»
Μαζί με τον φίλο ηθοποιό και εδώ και δέκα χρόνια άμεσο συνεργάτη μου Γεράσιμο Σκαφίδα, είμαστε ευτυχείς και τυχεροί που έχουμε αναλάβει τη καλλιτεχνική διεύθυνση του θησείου, ΕΝΑ ΘΕΑΤΡΟ ΓΙΑ ΤΙΣ ΤΕΧΝΕΣ. Είναι ένας χώρος που αγαπάμε πολύ και βρισκόμαστε για τρίτη συνεχή χρονιά εδώ. Αυτή η σχέση «χτίστηκε» βήμα – βήμα και θεωρώ ότι απέκτησε γερά θεμέλια. Φτιάξαμε ένα ρεπερτόριο που μας εκφράζει, με συντελεστές τους οποίους εκτιμούμε πολύ. Το πρόγραμμα μας αποτελείται από εννέα θεατρικές παραγωγές. Έχουμε την παιδική / εφηβική μας σκηνή («Η Μουσική που σταμάτησε τον Πετροπόλεμο» & «Το Συρματόπλεγμα»), τις παραστάσεις που παίζονται Δευτέρα-Τρίτη («Ένα Μάθημα Χορού & «Η Γίδα ή Ποια είναι η Σύλβια») κι αυτές που παρουσιάζονται από Τετάρτη έως Κυριακή («Ο Καλός Άνθρωπος του Σετσουάν»). Οραματιζόμαστε ένα θέατρο που δεν θα λειτουργεί με όρους «σούπερ μάρκετ». Σεβόμαστε πάρα πολύ το παρελθόν του θεάτρου και σ’ αυτό συμφωνούμε απόλυτα με τον Γεράσιμο.

Από τις πρόβες της «Γίδας ή Ποιά είναι η Σύλβια» στην «Ματίλντα»
Στις 4 Φεβρουαρίου κάνει πρεμιέρα Η «Γίδα ή Ποιά είναι η Σύλβια» του Έντουαρντ Άλμπι που αποτελεί ένα όνειρο ζωής για ‘μένα και θα παίζεται κάθε Δευτέρα και Τρίτη στο θέατρο Θησείον (Η προπώληση των εισιτηρίων έχει ήδη ξεκινήσει). Την μελετούσα από τότε που ήμουν στη Δραματική Σχολή του Θεάτρου Τέχνης και μάλιστα αποφοίτησα, δίνοντας εξετάσεις υποκριτικής πάνω σε ένα απόσπασμα του συγκεκριμένου έργου. Το ερωτεύτηκα από την πρώτη ανάγνωση. Για ν’ ανέβει αυτό το έργο ήθελε πολλούς τρελούς ανθρώπους που τους αρέσουν οι προκλήσεις. Έτσι, στο κάλεσμά μου ανταποκρίθηκαν με μεγάλη θέρμη οι υπέροχοι ηθοποιοί Νίκος Κουρής, Λουκία Μιχαλοπούλου, Γιάννης Δρακόπουλος και Μιχαήλ Ταμπακάκης. Και οι τέσσερις ηθοποιοί είναι καλλιτέχνες με μεγάλη ευαισθησία που δεν επαναπαύονται στιγμή και δουλεύουν ακατάπαυστα στις πρόβες. Είναι ανήσυχα πνεύματα κι αυτό μας συνδέει απόλυτα. Με τον Νίκο Κουρή, μάλιστα, είναι η δεύτερη συνεχόμενη χρονιά που δουλεύουμε μαζί, μετά την περσινή αγαπημένη μας «Γυναίκα με τα Μαύρα» στο Θέατρο Κάτια Δανδουλάκη. Από την άλλη, ως ηθοποιός παίζω στο musical «Ματίλντα» στο θέατρο Ακροπόλ σε σκηνοθεσία Θέμιδας Μαρσέλλου. Πρόκειται για ένα υπέροχο έργο, που βασίζεται σε ένα μυθιστόρημα με τεράστια φαντασία, ευαισθησία και χιούμορ. Εκεί υποδύομαι το Τρομακτικό παιδί και έναν Ρώσο μαφιόζο.

Η τηλεόραση και το «The Durrells»
Θα με ενδιέφερε πολύ να παίξω στην τηλεόραση και στον κινηματογράφο, αρκεί να είναι ένα έργο κι ένας ρόλος που θα με συγκινήσει. Η αλήθεια είναι ότι δεν προλαβαίνω να δω τηλεόραση. Κυρίως παρακολουθώ αθλητικά και ξένες σειρές. Τα τελευταία τέσσερα χρόνια παίζω στην Αγγλική σειρά «The Durrells» που έχει τεράστια απήχηση παγκοσμίως. Πριν λίγες μέρες, ολοκληρώσαμε τα γυρίσματα του 4ου κύκλου επεισοδίων. Μετά την Επίδαυρο και το Υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης, αυτή η σειρά αποτέλεσε την πιο σημαντική επαγγελματική εμπειρία στην ζωή μου. Ο Γιώργος Καραμίχος, ο Αλέξης Γεωργούλης κι εγώ είμαστε οι μόνοι Έλληνες που παίζουμε και στις τέσσερις σεζόν της σειράς κι αυτό για μένα είναι πολύ συγκινητικό και τιμητικό!