Η ευγένεια, το ήθος, το ταλέντο και η ομορφιά είναι μερικά από τα χαρακτηριστικά που διακρίνουν την Πέγκυ Σταθακοπούλου. Το ραντεβού μας δόθηκε, πριν από μερικές μέρες, σε ένα καφέ κοντά στο Θέατρο Σταθμός. Εκεί που, φέτος, πρωταγωνιστεί στο νεοελληνικό έργο του Αλέξη Σταμάτη «Το λευκό δωμάτιο». Η ηθοποιός αφηγείται στο theaternow.gr, πότε πήρε την απόφαση να ασχοληθεί με την υποκριτική και αν μετάνιωσε που δεν έγινε θιασάρχης. Επιπλέον, εξομολογείται το ρόλο που έπαιζαν οι κριτικές στη ζωή της, καθώς επίσης τι έχει αλλάξει και αγαπάει πλέον την Πέγκυ…

Στην αρχή της εφηβείας άρχισα να έχω, όπως όλα τα παιδιά, έναν μυστικό συναισθηματικό κόσμο. Δεν είχα με ποιον και πώς να τον μοιραστώ. Έτσι, παράλληλα με τη Νομική Σχολή Αθηνών, ξεκίνησα να φοιτώ και στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου. Η απόφαση μου δεν προκάλεσε καμία αντίδραση στο οικογενειακό περιβάλλον μου, καθώς,  τελειώνοντας τη Νομική Σχολή απέμενε μόνο το πτυχίο μου, ενώ, όσον αφορά την υποκριτική, δούλευα στο πλευρό του Γιώργου Μιχαηλίδη και του Μάνου Κατράκη. Όλα είχαν πάρει τον δρόμο τους και κανένας δεν προλάβαινε να συνειδητοποιήσει τι ακριβώς συμβαίνει. Παρ’ όλα αυτά, όμως, οι γονείς μου ήταν πάντα κοντά μου σε περιόδους απογοήτευσης, φόβου, θλίψης.
Θέλω να σου πω ότι, ενώ πολλά κομμάτια της ζωής μου, μέχρι τα 18 μου, δεν τα θυμάμαι, δεν ισχύει το ίδιο και για τη Δραματική Σχολή. Από εκεί είναι σαν να αρχίζει η ζωή μου. Έχουν γραφτεί όλα στη μνήμη. Οι εκρηκτικοί ρυθμοί, οι συγκλονιστικοί καθηγητές, που ήταν σπουδαίοι θεατρίνοι, οι φόρμες που φορούσα για τα μαθήματα αυτοσχεδιασμού κ.ο.κ.

Τα πρώτα βήματα και η αξία των πρωταγωνιστικών ρόλων

Από τα πρώτα μου κιόλας βήματα συνεργάστηκα με ιδιαίτερα σημαντικούς ηθοποιούς και σκηνοθέτες. Δεν μπορώ να ξεχωρίσω κανέναν γιατί ήταν όλοι σπουδαίοι. Ο καθένας με περιέθαλψε με αγάπη και γνώση. Για παράδειγμα, αλλιώς με προσέγγισε ο Μάνος Κατράκης στον πρώτο χρόνο της θεατρικής ζωής μου και αλλιώς η Αλίκη Βουγιουκλάκη ή ο Γιώργος Μιχαλακόπουλος. Με άλλον τρόπο δούλεψε πάνω μου ο Λευτέρης Βογιατζής. Άλλα πράγματα μοιράστηκα με τον Νικήτα Τσακίρογλου και άλλα με τον Μηνά Χατζησάββα κ.ο.κ.

Είμαι από τους τυχερούς ηθοποιούς που, από την πρώτη στιγμή, μου δόθηκαν καλές, πρώτες, ευκαιρίες. Και αυτό είναι κάτι που το λέω συνέχεια στα παιδιά που φοιτούν στη Δραματική Σχολή που διδάσκω. Δηλαδή ότι παίζουν ρόλο οι πρώτες ευκαιρίες, με την έννοια ότι κερδίζουμε χρόνο, χωρίς να σημαίνει απαραίτητα ότι θα έρθουν από την αρχή ή δεν θα έρθουν ποτέ. Προσωπικά μου ήρθαν ωραίοι και ενδιαφέροντες πρωταγωνιστικοί ρόλοι, ταυτόχρονα, στο θέατρο και στην τηλεόραση. Στάθηκα δίπλα σε σημαντικούς ανθρώπους-σπουδαίους καλλιτέχνες, έμαθα πράγματα, και η μία δουλειά έφερνε την άλλη.

Εκείνη την εποχή τα θέατρα ήταν λιγότερα, όπως και οι ηθοποιοί, ενώ δεν υπήρχε η ιδιωτική τηλεόραση. Επομένως, όποιο νέο παιδί ξεκινούσε με πρωταγωνιστικό ρόλο, όπως εγώ με την «Κάθοδο», είχε αξία. Όλοι θεωρούσαν ότι για κάποιο λόγο ξεχώρισε. Έχει σημασία να το κρατήσεις όλο αυτό. Να το εξελίξεις. Να έχεις διάρκεια. Πλέον, έχει ανοίξει η περιφέρεια του θεάτρου, υπάρχουν παλαιότεροι και νεότεροι συνάδελφοι, όπου όλοι μαζί συνυπάρχουμε, και ένας μεγάλος αριθμός ανθρώπων που πειραματίζεται. Κάποιοι με εξαιρετικό ενδιαφέρον.

Η εξαργύρωση της επιτυχίας και ο ρόλος του «θιασάρχη»

Εξαργύρωσα την επιτυχία στο έπακρον και από κάθε άποψη. Η τηλεόραση ήταν μία καλή ευκαιρία για να κάνω κάποια πράγματα και άλλες φορές στεκόταν εμπόδιο. Για παράδειγμα, στα «χρυσά» χρόνια της τηλεόρασης, όποιος έκανε ποιοτικές δουλειές δεν έπαιρνε πάρα πολύ εύκολα έναν ηθοποιό. Θεωρούνταν εμπορικός. Προσωπικά χρειάστηκε να πω πολλές φορές «όχι» στην τηλεόραση, να μείνω άνεργη, ώστε να περάσω σε ένα άλλο θεατρικό είδος.

Πολλές φορές με ρωτάνε αν μου έλειψε που δεν έγινα θιασάρχης και λέω ότι δεν μου έλειψε και το εννοώ. Σίγουρα υπάρχουν ρόλοι που αγαπάς, όμως, έχει σημασία ποιοι ρόλοι έρχονται να σε συναντήσουν. Όταν έρχονται οι ρόλοι, κουμπώνουν με αυτό που σου συμβαίνει, ζεις και είσαι εκείνη την περίοδο. Μπορεί να ακούγεται μεταφυσικό, όμως, δεν είναι. Για να καταλάβεις, υπήρξαν ρόλοι που αγάπησα και ήθελα να τους παίξω τρεις φορές τουλάχιστον, οι οποίοι όμως δεν κάθισαν και μαύρισε η ψυχή μου. Ωστόσο, αυτούς τους ρόλους τους έπαιξα πολύ πιο μετά. Και έτσι ήταν σωστό να γίνει. Ήμουν πιο έτοιμη. Με αφορούσαν με έναν άλλον τρόπο. Η αισθητική μου ήταν αλλιώς και ο σκηνοθέτης μου ήταν πολύτιμος.

Στη μέχρι τώρα διαδρομή μου οι ρόλοι έρχονταν και με έβρισκαν. Δεν μπήκα στη διαδικασία να σκεφτώ ότι, εφόσον δεν με σκέφτονται οι άλλοι για κάτι συγκεκριμένο, θα το κάνω εγώ. Ο πρωταγωνιστής το δείχνει πάνω στη σκηνή. Δεν χρειάζεται απαραίτητα να ηγηθεί μίας δουλειάς. Άσε που το γεγονός ότι δεν έκανα δικές μου δουλειές, μου επέτρεψε να μπω σε διαφορετικούς χώρους θεάτρου και να μαθαίνω σαν μαθήτρια από πολλούς και διαφορετικούς ανθρώπους. Ευτυχώς είχα σχεδόν πάντα ενδιαφέρουσες προτάσεις. Όταν δεν είχα, απλά δεν δούλευα.

Αν κάποιος θέλει να έχει επιλογές, οφείλει να οργανώσει με κάποιον τρόπο τη δουλειά του ώστε να μπορεί να μη δουλέψει μία σεζόν και να πει «όχι». Προσωπικά, για παράδειγμα, φρόντιζα να κρατάω κάποια χρήματα στην άκρη για να μπορώ να ζήσω τη σεζόν που δεν θα έβρισκα κάτι ενδιαφέρον.

Οι κριτικές και η επιστροφή στον χρόνο

Έτρεμα τις κριτικές σαν νέα ηθοποιός, αλλά και για πολλά χρόνια. Με πλήγωναν και με φόβιζαν. Θεωρούσα ότι έρχεται το τέλος του κόσμου όταν ένας κριτικός βρισκόταν κάπου ανάμεσα στους θεατές. Τώρα πια ξέρω ότι ήταν λάθος. Οι κριτικές των ειδημόνων δεν μπορούν να καθορίσουν μία καριέρα. Εμείς, εκτιθέμεθα κάθε βράδυ, σε άγνωστους ανθρώπους, βγάζουμε τα προσωπικά μας στοιχεία. Επομένως, δεν χρειάζεται να προσθέτουμε περισσότερη αγωνία για χάρη των κριτικών ή συναδέλφων που εκτιμούμε. Βέβαια, πρέπει να περάσουν πολλά χρόνια για να μαλακώσει σιγά σιγά.

Αν γυρνούσα τον χρόνο πίσω, θα έκανα ακριβώς τα ίδια. Ίσως άλλαζα λίγο τους ρυθμούς μου και να γινόμουν λίγο πιο γενναία. Η σεμνότητα μου μερικές φορές με κατάπινε. Έκανα πιο αργά τα βήματα μου από ένα σημείο και μετά που θα μπορούσα να μην το είχα κάνει. Βέβαια, όπως έχει πει ο Φρέντυ Γερμανός: «Ο κάθε άνθρωπος έχει τους δικούς του χρόνους. Δεν υπάρχει χαμένος χρόνος».

 

Οι νέοι ηθοποιοί και η διδασκαλία στη Δραματική Σχολή Γιώργου Θεοδοσιάδη

Για μένα ένας νέος ηθοποιός πρέπει να έχει μεγάλη επιθυμία να δουλέψει σκληρά πάνω στο αντικείμενο του και μία αληθινή ταπεινότητα. Να αντιλαμβάνεται ότι κάθε ρόλος είναι ένας άλλος πλανήτης. Επιπλέον, να μπαίνει σε αυτόν με προσοχή και δισταγμό. Να δουλεύει σκληρά και όχι με έπαρση. Και κυρίως να έχει την επιθυμία να γίνει καλύτερος άνθρωπος. Μέσα από τα κείμενα, τους συγγραφείς, τις συνεργασίες, τις αδυναμίες κ.ο.κ.

Στη Δραματική Σχολή Γιώργου Θεοδοσιάδη, όπου διδάσκω, δεν υπάρχει χρονιά που μην υπάρχουν τέσσερα-πέντε παιδιά και να μη διακρίνω τα παραπάνω στοιχεία. Σίγουρα υπάρχουν και άλλα. Απλά, κάποια ξεκινάνε με λανθασμένη αντίληψη γιατί θέλουν να κάνουν θέατρο, αλλά στην πορεία ακολουθούν έναν πιο σωστό δρόμο. Θέλει μία ησυχία η τέχνη για να μπορέσεις να αναστατωθείς και να μην αποπλανηθείς εύκολα από τα… εύκολα.

Η «Όμορφη πόλη», ο Μίκης Θεοδωράκης και το… «Λευκό δωμάτιο»

Επέστρεψα στο θέατρο, μετά από αρκετό καιρό,  με τη μουσικό-θεατρική παράσταση «Όμορφη Πόλη», που είναι συγκινησιακά φορτισμένη, λόγω του μεγάλου έργου του Μίκη Θεοδωράκη. Η παράσταση από όταν πρωτοξεκίνησε, δηλαδή πριν από περίπου δύο χρόνια, μέχρι και αυτή τη στιγμή αποθεώνεται από τον κόσμο. Φυσικά, μετά το φευγιό του μεγάλου μας καλλιτέχνη, όλα είναι ακόμα πιο έντονα σαν συναισθήματα.

Η παράσταση ξεκίνησε όσο ζούσε ο Μίκης Θεοδωράκης και, από όσο γνωρίζω, ήταν απόλυτα σύμφωνος καθ’ όλη τη διάρκεια της προετοιμασίας και της οργάνωσης, αυτού του υπέρ-θεάματος. Σίγουρα δεν θα ξεχάσω την πρεμιέρα στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, με τον οικουμενικό μουσουργό να βρίσκεται από κάτω και να μας παρακολουθεί, ούτε τα ζεστά λόγια που έστειλε γραπτά σε όλο τον θίασο. Επίσης, δεν θα ξεχάσω κουβέντες του από τη συναυλία στο Καλλιμάρμαρο, όπου μιλούσε για μία Ελλάδα ενωμένη, για μία πολιτική που θα πρέπει να στηρίζεται από εδώ και μπρος στην ευγένεια, στην ανεκτικότητα, στη δημιουργία, στην εντιμότητα και κυρίως στους Έλληνες που πρέπει να είναι ενωμένοι. Τα τελευταία χρόνια, μάλιστα, δεν είμαστε ενωμένοι αλλά διχασμένοι. Όλοι με όλους. Κρατάω κάθε στιγμή αυτής της παράστασης με κορυφαία, για μένα, την βραδιά στο Ηρώδειο, πέρυσι τον Σεπτέμβριο, κάτω από τη φωτισμένη Ακρόπολη και την πανσέληνο, με πλήρες το καστ όλων των καλλιτεχνών.

Ο Αλέξης Σταμάτης είναι ένας έγκριτος συγγραφέας, χειριστής του ελληνικού λόγου που θαυμάζω απεριόριστα, και θεατρικά τον αναγνωρίζω από το «Λευκό δωμάτιο», αλλά και τα «Μελίσσια» που είχε κάνει στο Εθνικό Θέατρο. Το «Λευκό δωμάτιο», λοιπόν, που παρουσιάζουμε στο Θέατρο Σταθμός, γλιστράει συνέχεια μέσα από τα χέρια μας διότι δεν έχει ένα θέμα, αλλά πολλά.

Αν πρέπει να διαλέξω ένα από τα θέματα είναι σχετικά με το τι γίνεται με τους ρόλους, οι οποίοι, αφού κατασκευαστούν και παιχτούν άπειρες φορές μέσα στα χρόνια, που καταλήγουν; Ουσιαστικά αποκαλύπτεται η σχέση του δημιουργού με το δημιούργημα του και, ταυτόχρονα, ο Αλέξης Σταμάτης αναρωτιέται αν τα δημιουργήματα είναι ανεξάρτητα πλάσματα. Στο «Λευκό δωμάτιο» έχουμε δύο τεράστιες, θεατρικές, προσωπικότητες. Την Μπλανς Ντιμπουά (εγώ), από το «Λεωφορείον ο Πόθος» του Τενεσί Ουίλιαμς, και την Έντα Γκάμπλερ (Εύα Σιμάτου), από το ομώνυμο έργο του Χένρικ Ίψεν. Οι δύο γυναίκες, οι οποίες είναι τόσο διαφορετικές μεταξύ τους, όσο και οι συγγραφείς τους, συναντιούνται σε μία περιοχή και αναρωτιούνται για τα παραπάνω -και όχι μόνο.  Το έργο υπόγεια και εκλεπτυσμένα θίγει ζητήματα του καιρού. Του εγκλεισμού, της ελευθερίας, των πολλαπλών κατασκευών κ.ά. Άλλωστε, οι περισσότεροι λειτουργούμε με κατασκευές στη ζωή μας, στη δουλειά μας και στην καθημερινότητα μας, κάνοντας πρόμο μέσα από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Πέρα από αυτές τις δύο γυναίκες, εμπλέκεται η ιδιοκτήτρια της περιοχής που γίνεται η συνάντηση, η Φλώρα (Σμαράγδα Σμυρναίου), επιβάλλοντας τους κανόνες και ο κομπέρ (Δημήτρης Τσίκλης). Ο κομπέρ είναι ένα πολυεργαλείο. Τραγουδάει υπέροχα, εξηγεί πολλές φορές τις γραπτές οδηγίες των συγγραφέων και σταματάει τις εκρήξεις των ηρωίδων.

Αυτό που έχει ενδιαφέρον και φαίνεται δύσκολο είναι για το πότε αυτό το πλάσμα που υποδύομαι, δηλαδή η Μπλανς Ντιμπουά, είναι ο ρόλος ή κάτι από αυτό ή το καθαρό δημιούργημα του Αλέξη Σταμάτη. Επίσης, έχει μεγάλο ενδιαφέρον για όλους μας, πως ένα κείμενο που θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο μεγάλης συζήτησης, θα γίνει θεατρική πράξη και θα περάσει στο μέσο θεατή.

 

Η πανδημία, ο επαναπροσδιορισμός και η… αγάπη

Δεν ξέρω αν είναι το γεγονός ότι μεγαλώνω ή ότι η πανδημία μας εν έκλεισε και μας έστρεψε μέσα μας. Δεν ξέρω αν είναι ότι έχω μία κόρη που σε λίγο γίνεται ενήλικη και παίρνει το δρόμο της ζωής της. Είναι μία παράξενη ελευθερία με την οποία τα τελευταία χρόνια ζω. Νιώθω ότι είμαι πιο ελεύθερη από ποτέ. Είμαι πιο ειλικρινής με εμένα και με όλους τους γύρω μου. Με ενδιαφέρει πολύ λιγότερο από ποτέ η τέλεια εικόνα μου. Δεν με ενδιαφέρει να τα κάνω όλα σωστά. Έχω καταλάβει ότι δικαιούμαι να έχω απώλειες, ήττες, λάθη, ενώ, λίγα χρόνια πριν αν με ρωτούσες, υπέφερα κάθε φορά που έπεφτα ή αποτύγχανα σε κάτι. Τώρα θεωρώ ότι αυτά είναι από τα πιο πολύτιμα πράγματα που μου έχουν συμβεί γιατί έτσι κατάλαβα πιο πολλές πλευρές του εαυτού μου και των άλλων ανθρώπων. Επίσης, αυτό που σίγουρα είναι πιο καθαρό, μετά τον τελευταίο ενάμιση χρόνο αναγκαίου εγκλεισμού όλων μας, είναι ότι έχω ανάγκη από εδώ και μπρος να ξανά θυμηθώ κάποια όνειρα που είχα ως νέα που δεν πρόλαβα να τα πραγματοποιήσω. Έκανα άλλα, πολύ ωραία, πράγματα στη ζωή μου και θέλω να τα ζήσω και να τα απολαύσω. Να ταξιδεύω, να διαβάζω τα ωραιότερα βιβλία μη μου διαφύγουν κάποια, να δω τις καλύτερες ταινίες των χρόνων όλων που δεν έχω μπορέσει να δω, να κάνω καινούργιους φίλους. Θέλω να νιώθω ζωντανή κάθε στιγμή, χωρίς απαραίτητα να βρίσκομαι λίγο στο χθες και λίγο στο αύριο. Επιπλέον, τον τελευταίο ένα χρόνο, είναι η στιγμή που έχω αγαπήσει περισσότερο την Πέγκυ. Την αγαπάω πολύ. Τη φροντίζω. Τη νοιάζομαι. Δεν μου φταίει σε όλα, όπως συνέβαινε παλαιότερα.

Παλαιότερα, δεν τη μαστίγωνα, αλλά δεν της έβρισκα πολλά προτερήματα. Ποτέ δεν καταλάβαινα γιατί οι άλλοι μπορεί να την αγαπάνε ή να την εκτιμούν. Πάντα αισθανόμουν ότι πρέπει να αποδεικνύω σε όλους ότι είμαι εξαιρετικό παιδί, έξυπνη γυναίκα, μορφωμένος άνθρωπος, καλή σύζυγος, υπέροχη κόρη. Σε όλα έπρεπε να πιάνω το τοπ των δυνατοτήτων μου. Αυτό, όμως, είναι απάνθρωπο. Σκληρό. Εν τέλει, είναι μία βαθιά ανασφάλεια που διακλαδώνεται σε πάρα πολλές άλλες μορφές μικρών ανασφαλειών. Σου κάνουν τη ζωή βαριά έως και ασήκωτη. Φέρνουν μία λύπη. Τη βλέπω στα μάτια σε φωτογραφίες ή σε πλάνα. Αναίτια.

Έχω πάρει πολλή αγάπη, αλλά και έχω δώσει. Έχω δώσει όμως σε έναν μικρό αριθμό ανθρώπων. Στους υπόλοιπους έχω δώσει κατανόηση, επικοινωνία, φιλία, μοίρασμα. Αγάπη, παθιασμένη, αληθινή, έχω δώσει σε λίγους ανθρώπους στη ζωή μου και πάρα πολύ δυνατά.  Όσον αφορά την πορεία μου ως καλλιτέχνης, έχω άπειρα αποθέματα εκτίμησης και σεβασμού από την πλευρά του κόσμου. Σε κάποιους μπορεί να αρέσω, σε άλλους όχι. Κάποιοι ρόλοι μου να είναι σημαντικοί και άλλοι λιγότερο. Τον σεβασμό και την εκτίμηση του κοινού την έχω πάρει άπλετη. Γι’ αυτό τον λόγο, ένα από τα πράγματα που με απασχολεί και θα με απασχολεί, είναι να κρατήσω τη σχέση με τον κόσμο.

Με ενδιαφέρει να μην προδώσω τον εαυτό μου ποτέ. Έχω την αίσθηση ότι ο κόσμος δέχεται, σέβεται και εκτιμά τους ανθρώπους που δεν υποκρίνονται κάτι άλλο από αυτό που είναι. Και ο κόσμος έχει ένα ένστικτο προς αυτή την κατεύθυνση το οποίο δεν είναι πάντα αλάνθαστο. Καταλαβαίνει ποιος τον κοροϊδεύει και ποιος όχι. Αν καταφέρω να μην κοροϊδεύω τον εαυτό μου και να λέω αλήθεια, λέω την αλήθεια και στους άλλους. Θεωρώ ότι η αλήθεια είναι η ωραιότερη βάση όχι μόνο για έντιμες σχέσεις, αλλά και για βαθύ σεβασμό. Μπορεί να διαφωνείς με τον άλλον για δεκάδες πράγματα. Ιδεολογικά, συναισθηματικά, ηλικιακά. Άπαξ και μοιράζεσαι αλήθεια με τον άλλον άνθρωπο, τον σεβασμό δεν τον χάνεις.

Αν η ζωή μου γινόταν βιβλίο ή παράσταση, θα δανειζόμουν τον τίτλο από μία αγαπημένη ταινία: «Σημασία έχει να αγαπάς!».

INFO: Η παράσταση «Το λευκό δωμάτιο» παρουσιάζεται στο Θέατρο Σταθμός (Βίκτωρος Ουγγώ 55, Αθήνα) κάθε Παρασκευή και Σάββατο, στις 21:00, και κάθε Κυριακή, στις 18.00.