Τη φετινή χρονιά τη συναντάμε στο θέατρο Eliart στο ρόλο της Ελένης στην παράσταση «Δάχτυλο στο μέλι». Ο λόγος για την ηθοποιό Πηνελόπη Σεργουνιώτη, η οποία μιλά στο Theaternow.gr για την απόφασή της να ασχοληθεί με την υποκριτική ενώ μάς αποκαλύπτει και τι είναι αυτό που τη μαγεύει στη δουλειά της. 

Πότε και πως αποφάσισες να ασχοληθείς με την υποκριτική;
Η πρώτη επαφή με το θέατρο και τη μουσική ήρθε αρκετά νωρίς. Η μητέρα μου, ούσα ερασιτέχνης ηθοποιός στην επαρχία όπου μεγάλωνα, σκηνοθετούσε και έπαιζε σε παραστάσεις και με έπαιρνε μαζί της στις πρόβες της χορωδίας. Αυτό ήταν το έναυσμα να αρχίσω πιάνο στην ηλικία των πέντε. Το να πετύχω εισαγωγή στο Οικονομικών Επιστημών εξυπηρέτησε απλά τον στόχο του να δραπετεύσω από τα στενά πλαίσια της επαρχίας -όπου τα ένιωθα πάντα ασφυκτικά- και να βρεθώ στην πρωτεύουσα με απώτερο στόχο να ασχοληθώ με τα καλλιτεχνικά. Μουσική, θέατρο, χορός, αποτελούσαν για μένα το νέο πεδίο δράσης μου.

Όταν αποφοίτησες από τη σχολή και ξεκίνησες να εργάζεσαι ήταν όλα όπως τα περίμενες;
Όταν επιλέχθηκα να συμμετέχω έπειτα από ακρόαση του Εθνικού στην «Ηλέκτρα» του Πέτερ Στάιν ενώ φοιτούσα ακόμα, η ταχύτητα των γεγονότων και των εξελίξεων ήταν ραγδαία και έπρεπε απλά να κολυμπήσω κατευθείαν στα βαθιά. Κανένας χρόνος για σκέψη και προσδοκία τότε. Με την πάροδο του καιρού όμως, έρχεται αναπόφευκτα η ανασκόπηση και μαζί της ευτυχώς η απομυθοποίηση καταστάσεων, συνθηκών, προσώπων. Αυτά φέρνουν σε πρώτη ανάγνωση μία απογοήτευση, αλλά εν συνεχεία, αυτόματα, αποσαφηνίζεται εντός σου η πραγματική τους αξία και διάσταση και είσαι πια πολύ πιο δοκιμασμένος και οχυρωμένος στο μετέπειτα.

Ποιες δυσκολίες αντιμετωπίζει ένας ηθοποιός της γενιάς σου ξεκινώντας την πορεία του;
Οι αντίξοες συνθήκες που βιώνουμε οι καλλιτέχνες στην Ελλάδα μας οδηγούν να υπερβαίνουμε τον εαυτό μας. Το να βρεθείς σε συνθήκη που δεν σε εκφράζει καλλιτεχνικά και αισθητικά, εξαιτίας της ανάγκης για βιοπορισμό, είναι ένα σημείο μηδέν. Αν τότε αναπτυχθεί συνειδητότητα και οριοθέτηση ώστε να γνωρίζεις κάθε στιγμή ποιος είσαι, που είσαι και που θέλεις να φτάσεις, ο κίνδυνος της αλλοτρίωσης ελαχιστοποιείται. Εκτός και αν έχεις την πολυτέλεια να μην το κάνεις. Η μουσική και το τραγούδι αποτελεί για μένα δικλείδα ασφαλείας σε πολλές στιγμές.

Τι είναι αυτό που σε μαγεύει σε αυτή τη δουλειά;
Οι συναντήσεις αυτές όπου ο κώδικας επικοινωνίας και αισθητικής είναι κοινός. Έτσι, η δυναμική του αποτελέσματος μπορεί να απογειωθεί.

Πρωταγωνιστείς στην παράσταση «Το δάχτυλο στο μέλι». Πες μας δύο λόγια για την υπόθεση του έργου…
Ο Γιώργος ο οποίος μόλις έχει γίνει δήμαρχος -με τη βοήθεια του πεθερού του- προσπαθεί να στήσει μια κομπίνα την εποχή του ’80 όπου το χρήμα έρεε άφθονο και τα σκάνδαλα επίσης. Όμως σχεδιάζει χωρίς τον ξενοδόχο. Είναι ένα έργο όπου οι παθογένειες της τότε ελληνικής κοινωνίας είναι σε πρώτο πλάνο και ευθύνονται σε μεγάλο βαθμό για την κατακερματισμένη εικόνα του σήμερα.

Ποιος είναι ο ρόλος σου και πως έμπλεκεται με τον Γιώργο;
Υποδύομαι την Ελένη, τη γυναίκα του Γιώργου και κόρη του τέως δημάρχου. Η Ελένη, έχει ισχυρές ηθικές αξίες και αξιοπρέπεια αλλά ταυτόχρονα και έναν χειριστικό και ελεγκτικό ρόλο απέναντι σε όλα τα μέλη της οικογένειάς της και μη. Αυτό ώστε να εξασφαλίσει την έξωθεν καλή μαρτυρία και τους τύπους και να είναι απόλυτα συμβατή με τον κοινωνικό της κύκλο που τόσο την απασχολεί.

Την έκφραση «δάχτυλο στο μέλι» τη συνανταμε σε όλες τις εποχές;
Θεωρώ πως σαν έκφραση δηλώνει μια πάγια ανθρώπινη αδυναμία που υπήρχε και θα υπάρχει…

Ποιο είναι το μήνυμα της παράστασης;
Το ποιόν του καθενός αποκαλύπτεται όταν κατακτά θέση ισχύος και εξουσίας. Το υπεράνω πάσης υποψίας είναι μέχρι αποδείξεως του εναντίου.

Θεωρείς πως η εντιμότητα είναι ένα στοιχείο που υπάρχει στη σημερινή εποχή;
Νομίζω ότι είναι ζητούμενο κάθε εποχής και για να είναι ζητούμενο αυτόματα επιβεβαιώνει την έλλειψη αυτού. Έχουμε πλέον ποτιστεί με την πεποίθηση ότι τα νήματα κινούνται με μεθόδους που μόνο έντιμες δεν είναι. Επιβεβαιώνεται και καταγράφεται μέσα από γεγονότα και όχι ως κάτι που πλανάται αορίστως ως υπόνοια. Σε κοινωνικό επίπεδο, τουλάχιστον, είμαστε -οι έχοντες κεραίες ανοιχτές- μάρτυρες σε συνεχή και επαναλαμβανόμενη βάση.

Ποια είναι η μεγαλύτερη χαρά που σου έχει δώσει η δουλειά σου;
Αν καταφέρεις να μετατοπίσεις σε οποιοδήποτε επίπεδο τους δέκτες, το κοινό δηλαδή που θα βρεθεί ως κοινωνός μιας παράστασης, τότε ναι, αισθάνεσαι ότι αυτό που προσφέρεις δεν γίνεται επί ματαίω. Είναι μια στιγμή που σε δικαιώνει βαθιά, πέρα από την εφήμερη ικανοποίηση της ματαιοδοξίας σου. Αυτό συμβαίνει πιο συγκαλυμμένα στο θέατρο αλλά πολύ πιο άμεσα στη μουσική και το τραγούδι.